Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Κλάους φον Στάουφενμπεργκ

Ο Κλάους Φίλιπ Μαρία Σενκ Κόμης του Στάουφενμπεργκ (Claus Philipp Maria Schenk Graf von Stauffenberg) ήταν αξιωματικός του Γερμανικού Στρατού (Βέρμαχτ), αριστοκρατικής καταγωγής και ο αποφασιστικός μοχλός της συνωμοσίας της 20ής Ιουλίου 1944, η οποία απέβλεπε στη δολοφονία του Αδόλφου Χίτλερ και την κατάληψη της εξουσίας στη Γερμανία
.Ο Κλάους ήταν ο τρίτος γιός του κόμητα Άλφρεντ φον Στάουφενμπεργκ και της κόμισσας Καρολίν φον Ίξκιλ-Γκίλερμπαντ (von Üxküll-Gyllenband). Γεννήθηκε στο κάστρο Γκρίφστάιν (Griefstein) του Γιέτινγκεν (Jettingen) της Σουαβίας, το πατρογονικό της οικογένειας Στάουφενμπεργκ, μεταξύ Ουλμ και Άουγκσμπουργκ. Η οικογένεια Στάουφενμπεργκ είναι μια από τις παλαιότερες και πλέον διακεκριμένες αριστοκρατικές - και Ρωμαιοκαθολικές το θρήσκευμα - οικογένειες της Γερμανίας.

Ο Στρατάρχης Άουγκουστ φον Γκνάιζεναου

Ανάμεσα στους διακεκριμένους προγόνους του Κλάους (από την πλευρά της μητέρας του) ήταν ο Στρατάρχης Άουγκουστ φον Γκνάιζεναου (August von Gneisenau). Οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του, Μπέρτολντ και Αλεξάντερ) ήταν δίδυμοι και ο Κλάους είχε επίσης δίδυμο αδελφό, ο οποίος, όμως, πέθανε λίγο μετά τη γέννησή του.
Όπως και για τους μεγαλύτερους αδελφούς του, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στη μόρφωση του νεαρού Κλάους. Ο αρχικός του προσανατολισμός ήταν η φιλολογία και οι Καλές Τέχνες. Το 1926 οι αδελφοί Στάουφενμπεργκ γνώρισαν τον Γερμανό ποιητή Στέφαν Γκέοργκε (Stefan George) και εντάχθηκαν στον κύκλο του (γνωστό ως Georgekreis). Από τον κύκλο αυτόν αναδείχθηκαν αργότερα τα κυριότερα μέλη της αντίστασης απέναντι στο Ναζιστικό καθεστώς. Ο Γκέοργκε αφιέρωσε, το 1928, δύο από τα σημαντικότερα έργα του, τα Das neue Reich("Η νέα Αυτοκρατορία") και Geheimes Deutschland ("μυστική Γερμανία") στον αδελφό του Κλάους, Μπέρτχολντ. Ωστόσο, ο Κλάους ήδη από τότε είχε στραφεί σε στρατιωτική καριέρα, αρχικά εντασσόμενος στην παραδοσιακή μονάδα της οικογενείας του (17ο Σύνταγμα Ιππικού) στη Βαμβέργη. Ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του σπουδές και ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός το 1930. Συνέχισε με τη μελέτη των σύγχρονων όπλων στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου-Μοαμπίτ (Kriegsakademie Berlin-Moabit), ωστόσο συνέχισε να είναι προσηλωμένος στα άλογα, παρά τη μηχανοποίηση του στρατού. Το άλογο, εξάλλου, ήταν σημαντικό μεταφορικό μέσο καθ' όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1938 η μονάδα του εντάχθηκε στην 1η Ελαφρά Μεραρχία υπό τον στρατηγό Έριχ Χέπνερ (Erich Hopner). Ο στρατηγός Χέπνερ είχε εμπλακεί στη συνωμοσία του Σεπτεμβρίου του 1938, η οποία απέτυχε επειδή ο Χίτλερ είχε πετύχει σημαντικά για τη Γερμανία αποτελέσματα στο Μόναχο, όπου συνάντησε Βρετανούς και Γάλλους και υπογράφοντας τη Συνθήκη του Μονάχου. Η μονάδα του Στάουφενμπεργκ μετακινήθηκε στη Σουδητία (Sudetenland), τμήμα που αποσπάσθηκε από την Τσεχοσλοβακία επειδή είχε γερμανόφωνο πληθυσμό και αποδόθηκε στη Γερμανία με τη Συνθήκη του Μονάχου.
Ο ποιητής Στέφαν Γκέοργκε
Ο Κλάους προερχόταν από οικογένεια Καθολικών και η στάση του καθεστώτος απέναντι στους Καθολικούς ήταν μόλις και μετά βίας ανεκτική: Αν και είχε συναφθεί μια συμφωνία μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Κράτους (Reichskonkordat), το 1933, η ναζιστική κυβέρνηση την παραβίασε κατ' επανάληψη, προκαλώντας τις διαμαρτυρίες των Καθολικών επισκόπων και την παπική βούλα "Mit brennender Sorge"(=Μετ' εμπύρου λύπης) το 1937 . Σε αυτήν ο Πάπας Πίος ο XI ασκούσε ανοικτά κριτική στο Ναζιστικό καθεστώς. Ο νεαρός Κλάους δεν είχε επιδείξει, ως τότε, ιδιαίτερη συμπάθεια προς το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, ωστόσο αυτή η παπική βούλα αύξησε την εχθρότητά του προς αυτό.
Με την έναρξη του Πολέμου το Σύνταγμα του Στάουφενμπεργκ έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Πολωνίας το 1939. Εκεί ο Κλάους, ενώ αρχικά είχε εκφραστεί υπέρ της εκστρατείας και του αποικισμού της Πολωνίας από τη Γερμανία, είδε να διαπράττονται ωμότητες από ορισμένες γερμανικές μονάδες και, φυσικά, από τα SS. Αυτό κλόνισε ακόμη περισσότερο τις πεποιθήσεις που είχε αρχικά σχηματίσει σχετικά με τα εθνικοσοσιαλιστικά ιδεώδη, τα οποία τον έβρισκαν σύμφωνο μόνον ως προς τις εθνικιστικές απόψεις τους. Είχε, όμως, έντονες διαφωνίες και ως προς τα υπόλοιπα σημεία τους και ως προς την πρακτική εφαρμογή τους, την οποία είχε αρχίσει να διαπιστώνει ήδη από το 1938, όταν έγινε σαφέστατα αντιληπτό από ολόκληρο τον Γερμανικό λαό η ρατσιστική πολιτική του καθεστώτος, με αποκορύφωμα την Νύχτα των Κρυστάλλων. Ωστόσο, ως στρατιώτης, συνέχισε την άψογη εκτέλεση των καθηκόντων του.
Η νύχτα των κρυστάλλων
Μετά την εκστρατεία της Πολωνίας, η μονάδα στην οποία υπηρετούσε προσαρτήθηκε στην 6η Μεραρχία Θωρακισμένων και ο Στάουφενμπεργκ έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Γαλλίας. Όπως πολλοί γερμανοί αξιωματικοί (και όχι μόνον) και αυτός εντυπωσιάστηκε από τις εκπληκτικές επιτυχίες της Βέρμαχτ, οι οποίες, μέσω της προπαγάνδας, αποδίδονταν στον ίδιο τον Φύρερ. Στην εκστρατεία αυτή ο Στάουφενμπεργκ τιμήθηκε με τον Σιδηρό Σταυρό Α' τάξης.
Στο διάστημα που ακολούθησε ο Στάουφενμπεργκ τοποθετήθηκε στο τμήμα Οργάνωσης της Ανώτατης Διοίκησης του Στρατού (Oberkommando des Heeres), η οποία οργάνωνε την εκστρατεία στην Ρωσία. Πριν την έναρξή της, ο Χίτλερ εξέδωσε την διαταγή "Kommisarbefehl", με την οποία διατάσσονταν τα γερμανικά στρατεύματα να εκτελούν επί τόπου τους πολιτικούς κομισσάριους του Ερυθρού Στρατού, μη θεωρώντας τους αιχμαλώτους πολέμου (Komissarbefehl). Ο Στάουφενμπεργκ, όπως και η πλειοψηφία των ανώτατων αξιωματικών, ήταν σφοδρά αντίθετος και με το πνεύμα και με το γράμμα αυτής της διαταγής, όπως όλοι, όμως, δεσμευόταν από τον όρκο πίστεως στον Φύρερ.
Με την εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ, ωστόσο, ο Στάουφενμπεργκ εδραίωσε την πεποίθησή του ότι στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση υπήρχε σημαντική ανεπάρκεια, καθώς οι διαταγές που εκπορεύονταν από αυτήν ήταν από ανορθόδοξες έως ανεφάρμοστες. Αυτό οφειλόταν στο ότι ο Χίτλερ από το τέλος του 1941 είχε "παροπλίσει" τους Μπράουχιτς και Χάλντερ και είχε αναλάβει ο ίδιος την Ανωτάτη Διοίκηση. Παράλληλα, οι ωμότητες και οι βιαιοπραγίες τόσο κατά των Εβραίων όσο και κατά των αιχμαλώτων πολέμου προκαλούσαν αηδία στον νεαρό αξιωματικό. Όλα αυτά τον ώθησαν να έρθει σε άμεση επαφή (1942) με το αντιστασιακό κίνημα που είχαν αναπτύξει ορισμένοι αξιωματικοί της Βέρμαχτ, της μόνης ουσιαστικά δύναμης που είχε τη δυνατότητα να αποφεύγει τα τρομοκρατικά και αστυνομικά όργανα του Ναζιστικού καθεστώτος. Παράλληλα, έχοντας ως στόχο την καλύτερη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου, υπέδειξε την δημιουργία μάχιμων μονάδων στελεχωμένων από αυτούς και προκάλεσε την έκδοση σχετικής διαταγής για την ορθή μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου από την ομάδα Στρατιών Α. Ωστόσο, ο Στάουφενμπεργκ δεν έχει ακόμη σχηματίσει την ιδέα μιας βίαιης ανατροπής του δικτάτορα - ο Χίτλερ, την εποχή αυτή, βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής του. Οι αδελφοί του, όμως, Μπέρτολντ και Κλάους βρίσκονται ήδη σε επαφή με πρώην αξιωματικούς, τους οποίους ο Φύρερ έχει βίαια αποπέμψει, όπως ο Χαίπνερ και ο Μπεκ, ενώ διατηρούν επαφές και με σοσιαλιστές πολιτικούς, όπως ο Γιούλιους Λέμπερ (Julius Leber).
Ο σοσιαλιστής πολιτικός Γιούλιους
Λέμπερ κατά την διάρκεια
της δίκης του
To 1943 ο Στάουφενμπεργκ προάγεται σε αντισυνταγματάρχη και αποστέλλεται στην Αφρική ως Πρώτος Αξιωματικός του Επιτελείου της 10ης Μεραρχίας Θωρακισμένων (μέρους του Άφρικα Κορπ). Στις 7 Απριλίου και ενώ ο νεαρός αξιωματικός εκτελεί αναγνώριση του εδάφους, το όχημά του υφίσταται επίθεση από αέρος και εισέρχεται σε ναρκοπέδιο. Το όχημα καταστρέφεται και ο Στάουφενμπεργκ τραυματίζεται σοβαρά. Μεταφέρεται στο Μόναχο, όπου νοσηλεύεται επί τρίμηνο στο Νοσοκομείο, χάνοντας, τελικά, το αριστερό του μάτι, τον δεξιό του βραχίονα και δύο δάκτυλα από το αριστερό του χέρι. Αντιμετωπίζει με χιούμορ τον ακρωτηριασμό του, λέγοντας χαμογελαστά στους φίλους του ότι "ποτέ δεν ήξερε τι να κάνει τόσα πολλά δάκτυλα που διέθετε". Φυσικά, παρασημοφορείται με το Χρυσό Μετάλλιο Τραυματιών Πολέμου (14 Απριλίου 1943) και με τον Χρυσό Σταυρό Ανδρείας (8 Μαίου 1943).
Στο Νοσοκομείο, όμως, έχει τον απαιτούμενο χρόνο να σκεφθεί την κατάσταση με ησυχία και χωρίς περισπασμούς και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Χίτλερ οδηγεί την πατρίδα του σε καταστροφή, και να αναθεωρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε απέναντί του με τον όρκο πίστης σε αυτόν. Αποφασίζει την ένταξή του στην αντιστασιακή ομάδα, για την ύπαρξη της οποίας είναι ήδη ενήμερος. Το πρόβλημά του τώρα είναι η επανένταξή του στον Στρατό. Κάνει αίτηση επανόδου και καταφέρνει να πείσει το αρμόδιο συμβούλιο ότι μπορεί να ασκήσει καθήκοντα αξιωματικού εν εφεδρεία. Τους λέγει ότι έμαθε να γράφει με τα τρία δάκτυλα που του απέμειναν, ότι έτσι αποδεσμεύει έναν αρτιμελή αξιωματικό για το μέτωπο και, τελικά, επανεντάσσεται στο Στρατό και τοποθετείται στις Εσωτερικές Δυνάμεις (Ersatzheer) στο Βερολίνο (οδός Bentlerstrasse, σήμερα φέρει το όνομά του, Stauffenbergstrasse).Ο Στρατηγός Χένινγκ φον Τρέσκοβ (Henning von Treskow) φροντίζει για την εκεί τοποθέτησή του, με ανώτερό του τον Στρατηγό Φρίντριχ Όλμπριχτ, από τα πλέον ενεργά μέλη του αντιστασιακού κινήματος της Βέρμαχτ.
Ο στρατηγός Χένινγκ φον Τρέσκοβ
Η συνωμοσία για την δολοφονία του Χίτλερ δεν είναι πρόσφατη υπόθεση: Έχει αρχίσει λίγο πριν την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με οργανωτή και κύριο μοχλό της τον αποπεμφθέντα στρατηγό Λούντβιχ Μπεκ. Ωστόσο, οφείλουν όλοι να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς τα αστυνομικά - τρομοκρατικά όργανα του καθεστώτος έχουν αυτιά και μάτια παντού. Στην συνωμοσία αυτή συμμετέχουν αρχικά ελάχιστοι, στρατιωτικοί κυρίως, και ακόμη πιο λίγοι πολίτες. Συν τω χρόνω, όμως, ο κύκλος αυτός διευρύνεται.
Χρυσή ευκαιρία παρουσιάζεται στους συνωμότες όταν ο Χίτλερ αποφασίζει μια από τις πολύ σπάνιες μεταβάσεις του στο Ανατολικό μέτωπο, τον Μάρτιο του 1943, στο Χάρκοβο. Προσεκτικά κατασκευασμένος εκρηκτικός μηχανισμός (βρετανικής προέλευσης) έχει μετατραπεί στο σχήμα δύο φιαλών κονιάκ. Για τον φόβο εντοπισμού (αλλά και δυσλειτουργίας) δεν υπάρχει ωρολογιακός πυροδοτικός μηχανισμός: Αυτός αποτελείται από έναν επικρουστήρα, ο οποίος συγκρατείται από λεπτό μεταλλικό σύρμα, κλεισμένο σε υδατοστεγή θήκη. Στην ίδια θήκη υπάρχει ένα μικρό φιαλίδιο με ισχυρό οξύ. Θραύοντας το φιαλίδιο, το οξύ διαβρώνει το σύρμα συγκράτησης του επικρουστήρα, ο οποίος, πέφτοντας επάνω στο καψύλιο, προκαλεί την έκρηξη. Ο Στρατηγός Τρέσκοβ, που υπηρετεί ως επιτελικός αξιωματικός στην Ομάδα στρατιών Κέντρου (Heeresgruppe Mitte) προσπαθεί να μυήσει στην συνωμοσία τον Διοικητή της, Στρατάρχη Γκίντερ φον Κλούγκε. Αυτός απαντά ότι η στρατιωτική κατάσταση στο μέτωπο δεν είναι τόσο απελπιστική, ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια ενέργεια. Ο Τρέσκοβ και ο υπασπιστής του Φάμπιαν φον Σλάμπρεντορφ παίρνουν απόφαση να προσπαθήσουν χωρίς την υποστήριξη του φον Κλούγκε, ο οποίος, ωστόσο, κρατά κλειστό το στόμα του και δεν αποκαλύπτει πουθενά τις προθέσεις των υφισταμένων του. Ο Σλάμπρεντορφ δίνει σε ένα Συνταγματάρχη της φρουράς του Χίτλερ το δέμα - βόμβα, ζητώντας του να το παραδώσει στον Στρατηγό Χέλμουτ Στιφ (Helmuth Stief) "ως δώρο από τον Στρατηγό Τρέσκοβ". Αυτός, ανυποψίαστος, παραλαμβάνει το δέμα και ανεβαίνει στο αεροσκάφος του Φύρερ. Με αγωνία περιμένουν το αποτέλεσμα, το οποίο δεν είναι το αναμενόμενο: Δυο ώρες αργότερα ο Φύρερ προσγειώνεται σώος στο Μινσκ. Ο Σλάμπρεντορφ σπεύδει στο Βερολίνο και παραλαμβάνει ο ίδιος το δέμα-βόμβα, πριν παραδοθεί. Το ανοίγει και, εξετάζοντάς το, διαπιστώνει την σωστή λειτουργία του μηχανισμού και την ανεπάρκεια του καψυλίου, που δεν εξερράγη με το κτύπημα του επικρουστήρα.
Μια πολύ προσεκτικά σχεδιασμένη απόπειρα επρόκειτο να γίνει το 1944, όταν ο Φύρερ θα επιθεωρούσε τις νέες στολές του στρατεύματος: Ο χώρος επίδειξης (και οι στολές) καταστράφηκαν μερικές ώρες πριν την επίσκεψη, από αεροπορικό βομβαρδισμό.
Φρίντριχ Φρομ
Η υπηρεσία που βρίσκεται ο Στάουφενμπεργκ είναι ιδανική για τους συνωμότες: Ένα από τα σχέδια που οφείλει να υλοποιήσει είναι η "Επιχείρηση Βαλκυρία", επιχείρηση που έχει την έγκριση του ίδιου του Φύρερ: Πρέπει να αναλάβει τον έλεγχο του Κράτους σε περίπτωση που εσωτερικές ταραχές θα έκαναν αδύνατες τις επικοινωνίες της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης. Το ίδιο σχέδιο τροποποιείται από τους συνωμότες με τον ακριβώς αντίθετο στόχο: Την δολοφονία του Χίτλερ. Πέντε απόπειρες έχουν γίνει και όλες ματαιώθηκαν, επειδή το πρόγραμμα του Χίτλερ ήταν ολοσχερώς ακανόνιστο, είτε γιατί μια μυστηριώδης καλοτυχία τον προστάτευε.
Την τελευταία ευκαιρία των συνωμοτών αναλαμβάνει να υλοποιήσει και πάλι ο Στάουφενμπεργκ. Στις 20 Ιουλίου 1944, ο νεαρός Συνταγματάρχης φθάνει στο Ράστενμπουργκ, καταφέρνει να βάλει την βόμβα (υπό μορφή χαρτοφύλακα) στο δωμάτιο του Χίτλερ και να βγει απαρατήρητος. Μια ακόμη, όχι οπλισμένη, βόμβα της ίδιας μορφής, βρίσκεται στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του. Περιμένει λίγο, ακούει την έκρηξη της βόμβας και καταφέρνει να διαφύγει, επιστρέφοντας στο Βερολίνο, όπου η "Βαλκυρία" τίθεται σε εφαρμογή. Δυστυχώς, ο Χίτλερ, προστατευόμενος από ένα βαρύ τραπέζι και το σώμα του στρατιώτη που στεκόταν δίπλα του, βγαίνει με μερικές αμυχές και μια ρήξη τυμπάνου από το μικρό δωμάτιο συσκέψεων. Ο Βίλχελμ Κάιτελ συσχετίζει την εξαφάνιση του Στάουφενμπεργκ με την βόμβα και, ενεργώντας ταχύτατα, τηλεφωνεί στον επικεφαλής της Υπηρεσίας του Στάουφενμπεργκ Στρατηγό Φρίντριχ Φρομ. Αυτός, επίσης με ταχύτατες ενέργειες, συλλαμβάνει όποιους συνωμότες βρίσκει: τον Στάουφενμπεργκ, τον Στρατηγό Όλμπριχτ, τον Υπολοχαγό φον Χέφτεν και τον Συνταγματάρχη Άλμπρεχτ Μερτς φον Κίρνχαϊμ.
Λούντβιχ Μπεκ
Έρβιν φον Βίτσλέμπεν
Βέρνερ φον Χέφτεν



Συγκροτεί βιαστικά ένα Στρατοδικείο και μετά από πέντε λεπτών διαδικασία οι κρατούμενοι κρίνονται ένοχοι και ο Φρομ διατάσσει την εκτέλεσή τους. Εκτελούνται κάτω από το φως φανών αυτοκινήτου την νύκτα της 21ης Ιουλίου. Τελευταία λόγια του Στάουφενμπεργκ ήταν "Es lebe unser heiliges Deutschland!" ("Ζήτω η αγία Γερμανία μας!"). Η βιασύνη του Φρομ εξηγείται επειδή απλά ήταν και ο ίδιος έμμεσα συμμέτοχος στη συνωμοσία: Χωρίς να έχει αναλάβει ενεργό ρόλο, την γνώριζε και την κάλυπτε. Γνώριζε, επίσης, ότι επρόκειτο να αναλάβει την ηγεσία του Στρατού μετά την απόπειρα μαζί με τους Λούντβιχ Μπεκ (Ludwig Beck) και Έρβιν φον Βίτσλέμπεν (Erwin von Witzleben). Σήμερα στο σημείο εκτέλεσης στο κτίριο της Bendlerstrasse (Επιτελείο Στρατού), υπάρχει ένα μικρό μνημείο, ενώ το κτίριο του Bendlerblock αποτελεί το μνημείο της Γερμανικής Αντίστασης κατά του Χίτλερ.Αναφέρεται, ωστόσο, ότι την επόμενη μέρα οι άνδρες των SS ξέθαψαν το πτώμα του (ο Φρομ είχε διατάξει να κηδευθούν με όλες τις στρατιωτικές τιμές στον περίβολο του Αγίου Ματθαίου του προαστίου Σένεμπεργκ (Schöneberg) του Βερολίνου), αφαίρεσαν όλα του τα μετάλλια και παράσημα, το αποτέφρωσαν και σκόρπισαν τις στάχτες.

Το μνημείο στο σημείο της
εκτέλεσης του Σταουφενμπεργκ 

Κάποιοι ερευνητές διατείνονται ότι, αν ο Στάουφενμπεργκ είχε τοποθετήσει σε διαφορετικό σημείο τον χαρτοφύλακα με την βόμβα (όχι τόσο κοντά στο χοντρό πόδι του δρύινου τραπεζιού), το ωστικό κύμα της βόμβας θα είχε επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, σκοτώνοντας τον Χίτλερ. Αυτό είναι αλήθεια, γιατί όσοι βρίσκονταν κοντά στον Χίτλερ με την έκρηξη της βόμβας είτε σκοτώθηκαν είτε τραυματίσθηκαν πολύ σοβαρά. Η μόνη εξήγηση του ελαφρού τραυματισμού του Χίτλερ (έσπασε το τύμπανο σε ένα από τα αυτιά του και τραυματίσθηκε ελαφρά στον ώμο) βρίσκεται στην προστασία του από το δρύινο τραπέζι.
Διατείνονται, επίσης, ότι αν ο Στάουφενμπεργκ είχε φέρει μαζί του και την δεύτερη βόμβα (την είχε αφήσει στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του) έστω και όχι οπλισμένη, η έκρηξη της πρώτης θα πυροδοτούσε και την δεύτερη, με αποτέλεσμα να μην μείνει κανείς ζωντανός στο Καταφύγιο. Αυτό, ωστόσο, δεν θα ήταν εκ των πραγμάτων δυνατόν, καθώς ο Στάουφενμπεργκ ήταν πλέον μονόχειρ και δεν θα του ήταν δυνατό να μεταφέρει δύο χαρτοφύλακες με ένα - ακρωτηριασμένο - χέρι.
Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ στο καταφύγιο μετά την έκρηξη 
Σκληρά αντίποινα περιμένουν και ολόκληρη την οικογένεια Στάουφενμπεργκ: Συλλαμβάνονται και φυλακίζονται όλα της τα μέλη (μεταξύ των οποίων και τα τρία ανήλικα παιδιά του Κλάους) και ο Φύρερ διατάσσει την εξάλειψη του ονόματος αυτού "από όλα τα ληξιαρχεία του Ράιχ". Μερικές ώρες αργότερα, σε συνάντησή του με τον Μουσολίνι, ο Χίτλερ διατείνεται ότι ήταν η θεία Πρόνοια που τον εφύλαξε.


Ο αδερφός του Στάουφενμπεργκ,
Μπέρτχολντ κατά την δίκη του
Ο αδελφός του Κλάους, Μπέρτχολντ, συνελήφθη επίσης και στις 10 Αυγούστου προσήχθη σε δίκη ενώπιον "λαϊκού δικαστηρίου" (Volksgerichtshof) μαζί με άλλους επτά συνωμότες (μεταξύ των οποίων και ο Στρατάρχης Βιτσλέμπεν). Το λαϊκό αυτό δικαστήριο (πρόεδρος του οποίου ήταν ο Ρόλαντ Φράισλερ (Roland Freisler)) είχε συγκροτηθεί κατ΄εντολή του Χίτλερ ειδικά για τους συμμετέχοντες στην εναντίον του απόπειρα. Όλοι - και ο Μπέρτχολντ - καταδικάζονται σε αργό μαρτυρικό θάνατο, καθώς τους κρεμούν από χορδές πιάνου στη φυλακή του Πλέτσενζέε (Plötzensee) του Βερολίνου, την ίδια ημέρα. Αρκετές εκατοντάδες συμμετέχοντες ή γνώστες της συνωμοσίας επίσης συλλαμβάνονται και εκτελούνται με συνοπτικές διαδικασίες.



Ο Στάουφενμπεργκ με τα παιδιά του

Η σύζυγος του Κλάους, Νίνα (πατρικό όνομα Nina Freiin von Lerchenfeld), με την οποία είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά, ήταν έγκυος. Αδιαφορώντας γι' αυτό, την κλείνουν στο Στρατόπεδο του Στούτχοφ, όπου και γεννήθηκε το πέμπτο παιδί της οικογένειας, η Κοστάντσε (Kostanze). Τα υπόλοιπα παιδιά τους, Μπέρτχολντ, Χάιμεραν, Φραντς-Λούντβιχ και Βάλερι υποχρεώνονται σε κατ' οίκον περιορισμό, χωρίς να τους ανακοινωθεί γιατί, μέχρι το τέλος του πολέμου. Τα υποχρεώνουν, επίσης, να αλλάξουν το επώνυμό τους, καθώς με εντολή του Χίτλερ, το όνομα Στάουφενμπεργκ είναι πλέον μη αποδεκτό σε όλο το Ράιχ. Η Νίνα απεβίωσε το 2006 σε ηλικία 92 ετών. Ο Μπέρτχολντ έγινε Στρατηγός του Δυτικογερμανικού Στρατού ενώ ο Φραντς-Λούντβιχ διετέλεσε βουλευτής τόσο στο Γερμανικό όσο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Ο Γκέρινγκ με άλλους αξιωματικούς ανάμεσα στα χαλάσματα

Η φυλακή Πλέτσενζέε σήμερα


Το δωμάτιο στις φυλακές Πλέτσενζέε όπου έγιναν οι εκτελέσεις













Οι Ασασίνοι

Οι Ασασίνοι υπήρξε τάγμα Νιζαρί Ισμαηλιτών περίπου από το 1092 μέχρι το 1265. Δεν είναι γνωστές οι ακριβείς θρησκευτικές τους δοξασίες, αλλά είναι βέβαιο ότι είχαν τυφλή υπακοή στον αρχηγό τους. Κύρια προπύργιά τους υπήρχαν στην Περσία και τη Συρία, ενώ ήταν κύριοι εχθροί των Σουνιτών ηγεμόνων, τους οποίους θεωρούσαν εχθρούς χειρότερους και από τους χριστιανούς Σταυροφόρους.

Ο όρος "ασασίνοι" (αγγλ. assassins) προήλθε από παραφθορά της λέξης "χασασίν" ή "χασισίν", δηλαδή "αυτός που τρώει χασίς",από τους Σταυροφόρους.Οι δολοφόνοι εκτελούσαν τις πράξεις τους υπό την επήρεια χασισιού, το οποίο τους δινόταν, ως μια πρόγευση για τις απολαύσεις που θα γεύονταν στους ουράνιους κήπους, που περιγράφει το Κοράνιο, μετά την εκτέλεση της αποστολής τους.Στις λατινογενείς γλώσσες και στα αγγλικά, από την παραφθορά του όρου, προήλθαν οι λέξεις για το "δολοφόνο".

Ο Ιδρυτής του τάγματος Χασάν-ι-Σαμπάχ
Ιδρυτής του τάγματος ήταν ο Χασάν-ι-Σαμπάχ, άνθρωπος με εντυπωσιακή καλλιέργεια και ανελέητο χαρακτήρα. Απογοητευμένος από ευνουχισμό του σιιτικού κινήματος από τους Φατιμίδες χαλίφες της Αιγύπτου, ίδρυσε το τάγμα, με σκοπό την προώθηση της υπόθεσης των σιιτών με τα υπάρχοντα μέσα. Συγκρότησε ένα μικρό στρατό από φανατικούς οπαδούς, με στόχο την εξαπόλυση μιας τρομοκρατικής εκστρατείας κατά των Σουνιτών Σελτζούκων, τους οποίους και θεωρούσε τους πιο επικίνδυνους εχθρούς του σιισμού. Τα μέλη του τάγματος, που ανέλαβαν να εκτελούν πολιτικές δολοφονίες, ονομάστηκαν "αυτοθυσιαζόμενοι".
Το 1090 οι Ασασίνοι κατέλαβαν το φρούριο Αλαμούτ, στα όρη Ελμπούρζ, νότια της Κασπίας Θάλασσας, το οποίο έγινε κύριο ορμητήριό τους. Δύο χρόνια αργότερα είχαν το πρώτο σπουδαίο θύμα τους: τον ισχυρό Σελτζούκο βεζίρη Νιζάμ αλ-Μουλκ.
Στις αρχές του 12ου αιώνα, οι Ασασίνοι εγκαταστάθηκαν σε κάστρα ανάμεσα στους λόφους της βόρειας Συρίας, όπου και είχαν την υποστήριξη της τοπικής σιιτικής μειονότητας. Η ύπαρξή τους έγινε γνωστή στους Σταυροφόρους το 1103, όταν ο άρχοντας της συριακής Έμεσας μαχαιρώθηκε καθώς αποχωρούσε από τέμενος της πόλης.
Οι χριστιανοί ηγεμόνες θεωρούσαν τους Ασασίνους θανάσιμη απειλή, αλλά και ενδεχόμενο σύμμαχο. Ωστόσο, για να διαφυλάξουν τη ζωή τους, πλήρωναν ετήσιο φόρο στους Ασασίνους. Μονάχα οι Ναΐτες και οι Ιωαννίτες αρνήθηκαν, καθώς δεν τους ήταν επιτρεπτό να υποκύψουν σε τέτοιο εκβιασμό. Όταν απέκτησαν δύο μεγάλες εκτάσεις γης στη νότια Συρία, που γειτόνευαν με το οχυρό των Ασασίνων, τότε ήταν οι Ασασίνοι που κατέβαλλαν του Ναΐτες και τους Ιωαννίτες.
Στα μέσα του 13ου αιώνα, οι επιδρομές των Μογγόλων, εξολόθρευσαν τους Ασασίνους της Περσίας. Πάνω από εκατό κάστρα τους καταστράφηκαν, ενώ το φρούριο Αλαμούτ έπεσε στα χέρια τουΟυλεγκού Χαν και λεηλατήθηκε τη διετία 1256-1257.Οι βιβλιοθήκες των Ασασίνων καταστράφηκαν και μαζί τους χάθηκαν πολλές σημαντικές πηγές πληροφοριών για αυτούς.
Το κάστρο του Αλαμουτ φλέγεται
Για ενάμιση αιώνα και πλέον, το τάγμα των Ασασίνων σκόρπιζε το φόβο στη Μέση Ανατολή. Ανάμεσα στα θύματά της ήταν θρησκευτικοί και πολιτικοί ηγέτες των εχθρών τους.
Αργότερα, ο Μαμελούκος σουλτάνος Μπαϊμπάρ κήρυξε τζιχάντ, ανάμεσα στους Μογγόλους εισβολείς και Σταυροφόρους, και στους Ασασίνους. Τελικά, γύρω στο 1265, υπέταξε τους Ασασίνους. Ωστόσο, δε διέλυσε ολοκληρωτικά το τάγμα τους: εφεξής θα προσέφεραν σε αυτόν τις υπηρεσίες τους.
Οι Ασασίνοι πολεμούσαν κατά προτίμηση, όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά με την επιμελώς σχεδιασμένη δολοφονία των ηγετών των εχθρών τους. Ποτέ τους δε στόχευσαν πολίτες. Δολοφονίες σχεδιάζονταν κατά εκείνων που είχαν διαπράξει σφαγές κατά των Ισμαηλιτών ή γενικότερα κατά αυτών των οποίων η εξάλειψη θα μείωνε την εχθρότητα προς την κοινότητα. Κατείχαν την τέχνη παρασκευής ναρκωτικών και δηλητηρίων. Οι Ασασίνοι οργάνωναν τις δολοφονίες συνήθως σε δημόσιους χώρους, με σκοπό τον εκφοβισμό των εχθρών τους.

Οι Ασασίνοι αποπειράθηκαν δύο φορές να δολοφονήσουν τον Σαλαντίν. Η πρώτη φορά ήταν το χειμώνα του 1175, κατά την πολιορκία του Χαλεπιού. Οι επίδοξοι δολοφόνοι εισχώρησαν στο στρατό του, αλλά συνελήφθησαν πριν προφτάσουν να τον βλάψουν. Η δεύτερη απόπειρα έγινε το 1176 στη διάρκεια μιας εκστρατείας στη Συρία. Μεταμφιεσμένοι σε στρατιώτες του Σαλαντίν, του επιτέθηκαν με μαχαίρια, αλλά δεν μπόρεσαν να τρυπήσουν την πανοπλία του. Σε μια άλλη περίπτωση, ο Σαλαντίν που είχε εφιάλτες ξύπνησε και βρήκε ένα δηλητηριασμένο στιλέτο στο προσκέφαλό του, σαφή προειδοποίηση για επικείμενο φόνο.Ωστόσο, φαίνεται πως αργότερα, ο Σαλαντίν, ήλθε σε μυστική συμφωνία με τους Ασασίνους και δεν ξανακινδύνευσε.
Επίσης, εκατοντάδες Ασασίνοι στάλθηκαν να φονεύσουν τον Ουλεγκού Χαν, μέσα στο παλάτι του.Αυτό εξόργισε το Μογγόλο πολέμαρχο, που αποφάσισε να εξολοθρεύσει το τάγμα τους, όπως και τελικά έκανε.


Η Στήλη της Ροζέττας


Η Στήλη της Ροζέττας είναι μια πέτρινη πλάκα από γρανοδιορίτη, που προέρχεται από τον ναό του Πτολεμαίου Ε’ του Επιφανούς.
Χρονολογείται στο 2ο αιώνα π.Χ. και φέρει εγχάρακτη μια επιγραφή σε δύο γλώσσες (αιγυπτιακήκαι ελληνική) και τρία συστήματα γραφής (ιερογλυφικάδημώδη αιγυπτιακή, ελληνική) Το ελληνικό μέρος της στήλης αρχίζει ως εξής: « Βασιλεύοντος του νέου και παραλαβόντος την βασιλείαν παρά του πατρός... ».
Το όνομά της προέρχεται από την πόλη Rachid (που εκγαλλίσθηκε ως Rosette) της Κάτω Αιγύπτου, στο βορειοδυτικό τμήμα του Δέλτα του Νείλου. Βορειότερα της πόλης, γύρω από το οχυρό Φορ Ζιλιέν (Fort Jullien), ο Γάλλος αξιωματικός που υπηρετούσε στο στράτευμα τουΝαπολέοντα, Πιέρ Φρανσουά Ξαβιέ Μπουσάρ (Pierre-François-Xavier Bouchard), ανακάλυψε τη στήλη τελείως τυχαία το 1799. Έμεινε όμως έκθαμβος όταν κατάλαβε την αξία της, καθώς έως τότε κανείς δεν είχε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά. Η ανακάλυψη της δίγλωσσης στήλης αποδείχθηκε θεμελιώδους σημασίας. Ο σπουδαίος Γάλλος μελετητής Ζαν-Φρανσουά Σαμπολιόν (1790-1832)(Jean-François Champollion), από τους πιο διακεκριμένουςγλωσσολόγους της εποχής, κατάφερε, με βάση τα ονόματα των βασιλέων Πτολεμαίου και Αρσινόης που αναφέρονται στην στήλη, να βρει το κλειδί για να αποκρυπτογραφήσει τααιγυπτιακά ιερογλυφικά. Αυτή η ανεκτίμητης αξίας ανακάλυψη ήταν καθοριστική για την εξέλιξη της επιστήμης της Αιγυπτιολογίας. Το σύστημα που χρησιμοποίησε ο Σαμπολιόν για να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο της στήλης, η οποία φυλάσσεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, αποτελεί σημαντικό οδηγό για όσους ενδιαφέρονται για τη μελέτη των αρχαίων συστημάτων γραφής.

Η Βίβλος του Διαβόλου


Μόνο 60 άνθρωποι την ώρα επιτρέπεται να επισκεφθούν την κλιματιζόμενη αίθουσα στο μεσαιωνικό τμήμα της βιβλιοθήκης της Πράγας για να κοιτάξουν για δέκα λεπτά  το ανεκτίμητο χειρόγραφο.
          Ο Codex Gigas, γνωστός και με το όνομα Βίβλος του Διαβόλου, είναι το μεγαλύτερο βιβλίο στον κόσμο. Ένα τεράστιο βιβλίο ύψους 92 εκατοστών, πλάτους 51 εκατοστών και βάρους 75 κιλών που χρειάστηκε το δέρμα 160 γαιδάρων για το υλικό του!
          Γράφτηκε στις αρχές του 13αι. σε ένα μοναστήρι της Βοημίας κι ήταν ένα από τα πιο ανεκτίμητα έργα τέχνης της χώρας. Στο Μεσαίωνα, η μοναδικότητά του, το τοποθέτησε ανάμεσα στα θαύματα του κόσμου. Όμως, στα τέλη του Τριακονταετούς Πολέμου, υπεξαιρέθηκε από Σουηδούς και από τότε θεωρείται σουηδική ιδιοκτησία. Η Εθνική βιβλιοθήκη της Πράγας πήρε την άδεια να το δανειστεί για  μια έκθεση που θα είναι ανοιχτή στο κοινό από 20 Σεπτεμβρίου μέχρι 6 Ιανουαρίου 2009.
          Η Βίβλος του Διαβόλου, γραμμένη στα λατινικά, περιλαμβάνει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, μια νεκρολογία του μοναστηριού στο Poleridge, μια λίστα με τα μέλη της αδελφότητας του μοναστηρίου, και το αρχαιότερο Τσεχο-λατινικό χρονικό. Ακόμα, περιέχει μυστικές ιατρικές φόρμουλες για την ίαση της επιληψίας και του πυρετού αλά και λύσεις για α
συνήθιστα προβλήματα όπως για παράδειγμα η ανακάλυψη ενός κλέφτη. Στο τέλος του βιβλίου είναι τοποθετημένη μια λίστα με τις ημέρες που πέφτει το Πάσχα τα επόμενα χρόνια.
Για ποιο λόγο, με ποιο τρόπο και από ποιον γράφτηκε η «Βίβλος του Διαβόλου» αποτελεί μυστήριο μέχρι σήμερα. Ο θρύλος αναφέρει ότι το βιβλίο γράφτηκε από ένα μοναχό, ο οποίος χτίστηκε ζωντανός επειδή παραβίασε έναν κώδικα του μοναστηριού. Προκειμένου να απαλλαγεί από αυτή την τιμωρία, υποσχέθηκε να γράψει το μεγαλύτερο χειρόγραφο του κόσμου μέσα σε μια νύχτα. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, ζήτησε από το Διάβολο να τον βοηθήσει. Η ευχή του εισακούστηκε. Ο Διάβολος, στον οποίο ο μοναχός πούλησε την ψυχή του απεικονίζεται στο Penitential, ένα κεφάλαιο που έχει τη μορφή ενός βιβλίου για ιερείς και περιλαμβάνει ποικίλα σύμβολα και διαφορετικές μορφές μεταμέλειας.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΜΥΡΝΗ - Πριν την καταστροφή




Άποψη της Σμύρνης πριν την καταστροφη(καρτ ποσταλ εποχής)
Η πλούσια πληθυσμιακή σύνθεση αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της Σμύρνης του 19ου αιώνα, της ομορφότερης, κατά το Φιλόστρατο, ʽʽαπό όλες της πόλης που φωτίζει ο ήλιοςʼʼ. Κατά τις αρχές του αιώνα, αριθμούσε, εκτός από τον τουρκικό πληθυσμό, γύρω στις 120.000 ανθρώπους εκ των οποίων οι Έλληνες αποτελούσαν περίπου το ένα τρίτο. Άγγλοι, Αρμένιοι, Αυστριακοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Εβραίοι, Ελβετοί, Ιταλοί, Ολλανδοί, Πέρσες και Σουηδοί αποτελούσαν τις σημαντικότερες εθνότητες που συμπλήρωναν το πληθυσμιακό μωσαϊκό της πόλης. Λογικά λοιπόν η ελληνική αποτελούσε τη καθιερωμένη γλώσσα συνεννοήσεως, μετά τα ελληνικά, ακολουθούσαν τα τούρκικα και τα ιταλικά, σε τρίτη γραμμή τα αρμένικα και τα σπανιόλικα - η διάλεκτος των Εβραίων - και τελευταία τα αγγλικά και τα γαλλικά.
Το ευάριθμο του πληθυσμού και η πολύμορφη σύνθεσή του ήταν συνάρτηση της σπουδαιότητας της Σμύρνης ως λιμάνι και εμπορικό κέντρο. Η Λίζα Μιχελή αναφέρει χαρακτηριστικά: ʽʽΗ Σμύρνη, δημιούργημα του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων στον τομέα του εμπορίου, είναι ένα λιμάνι διεθνές, όπως η Αλεξάνδρεια και η Μασσαλία. Είναι μια πόλη με πολλά πρόσωπα, με κυρίαρχο όμως το ελληνικό χρώμα – ιδιαίτερα μετά το 1832, όταν η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ισχυροποιεί, ακόμα και συναισθηματικά, το ήδη ακμάζον ελληνικό στοιχείοʼʼ. Οι ευρωπαίοι, αν και λιγότεροι σε αριθμό μεταξύ των μονίμων κατοίκων της πόλης, έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της. Η προσέλευσή τους στη Σμύρνη αιτιολογείται από το περιεχόμενο των διομολογήσεων , διμερών συμφωνιών μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που παρείχαν ευρύτατα προνόμια στους Δυτικούς με αντάλλαγμα τη συλλογή φόρων από τους Τούρκους. Με μέριμνα του Οθωμανικού Κράτους παραχωρούνταν στους ξένους κεντρικές περιοχές στα παράλια της Σμύρνης για τη δημιουργία κατοικιών και αποθηκών. Έτσι δημιουργήθηκαν οι βερχανέδες (σπίτια των Φράγκων), η Ευρωπαϊκή Οδός ή Rue Franque, ο Φραγκομαχαλάς (η συνοικία των Φράγκων) και, στη νότια άκρη του Φραγκομαχαλά, το Ευρωπαϊκό Τελωνείο.
Από τους Έλληνες κατοίκους της Σμύρνης οι παλαιότεροι ήταν νησιώτες από τη Χίο, την Τήνο, τη Νάξο και άλλα νησιά των Κυκλάδων. ʽʽΣτις αρχές του 18ου αιώνα πολλοί νησιώτες κηπουροί εργάζονται στη Σμύρνη, για λογαριασμό των Ευρωπαίων κυρίως. Πρόκειται για Ορθόδοξους και Καθολικούς από τη Χίο, τη Νάξο, τη Σαντορίνη, την Τήνο, την Πάρο. Την ίδια περίοδο έρχονται εδώ και πολλές γυναίκες απʼ τα νησιά, για να δουλέψουν στα σπίτια ως υπηρέτριεςʼʼ, γράφει η Λίζα Μιχελή. Αργότερα ακολούθησαν οι τεχνίτες, κυρίως τσαγκαράδες, χτίστες και μαρμαράδες όπου άρχισαν να δημιουργούν εργαστήρια στην πόλη ενώ πολύ αργότερα δημιουργήθηκαν στο Φραγκομαχαλά μεγάλα μαγαζιά κάθε είδους με φραγκοτηνιακούς ιδιοκτήτες. Από τους πρώτους Έλληνες της Σμύρνης ήταν οι Χιώτες αυτοί, που, παίρνοντας στα ηνία τους το εμπόριο της πόλης κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ανθούσα παροικία στη Σμύρνη καθώς και σημαντικές περιουσίες.
Η ελληνική κοινότητα της Σμύρνης, ιδιαίτερα μετά την μετατόπιση των δρόμων του ανατολικού εμπορίου από τις νοτιότερες περιοχές προς τη Μικρά Ασία στα μέσα του 18ου αιώνα , ακολούθησε τη νέα εμπορική ανάπτυξη της πόλης. Η οικονομική άνθηση των εμπόρων αστών οδηγεί στη θέληση για συμμετοχή στις δομές της κοινοτικής εξουσίας (δικαιοσύνη, φορολογία – δημόσιες δαπάνες, εκπροσώπηση της κοινότητας στις οθωμανικές αρχές) όπου μέχρι τότε πρωτοστατούσε η εκκλησία. Η προσπάθεια περιορισμού των αρμοδιοτήτων της με σκοπό τον έλεγχο της κοινότητας είχε προχωρήσει αρκετά ως το 1785 με τη υπογραφή του «Συνυποσχετικού» από τον τότε μητροπολίτη και μετέπειτα πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. ʽʽΑπό το 1785 ως το 1819ʼʼ, γράφει ο Φίλιππος Ηλιού, ʽʽστη διοίκηση της κοινότητας εναλλάσσονται αδιάκοπα οι αντιπρόσωποι των εμπόρων και οι εκπρόσωποι της μητρόπολης – και οι αλλαγές αυτές δεν πραγματοποιούνται, σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς συγκρούσειςʼʼ. Παράλληλα παρουσιάζεται η προσπάθεια συμμετοχής στον «αστικό» σχηματισμό της πόλης από την πλευρά των συντεχνιών λόγω της άνθησης του εμπορίου μέσα στα πλαίσια της πόλης και της δημογραφικής ανάπτυξης. ʽʽΟι αντιθέσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στα τρία αυτά κοινωνικά στρώματα (εκκλησία – έμποροι – συντεχνίες), σημαδεύουν την ιστορία της Σμύρνης με μια μακρά σειρά από εντάσεις, αντιπαραθέσεις και εξεγέρσειςʼʼ.
Έτσι η Σμύρνη, τόπος συγκέντρωσης αγαθών από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, της Περσίας και των νησιών του Αιγαίου μεταλλάχτηκε κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα σε ένα από τα πιο ζωντανά λιμάνια της Μεσογείου μαζί με τη Μασσαλία και το Λιβόρνο ενώ μαζί με την Αλεξάνδρεια και την Τρίπολη της Συρίας, μία από τις μεγαλύτερες πύλες εξόδου των αγαθών της Ανατολής. Στην αγορά της μπορούσες να βρεις σχεδόν τα πάντα. Σταφίδα, σουλτανίνα, αμύγδαλα, κερί, λάδι, σαπούνι, μέλι, σύκα, αχλάδια, βερίκοκα, μαστίχα, σφουγγάρια, βαμβάκι, μετάξι, ερυθρόδανο, βελανίδι, μαλλί, σιτάρι, αλεύρι, κουκιά, αλάτι, καπνό, σκαμμώνιο, κεράσια, κόλλα, κηπευτικά και λουλούδια, όπιο, κάνναβη, ράκη, κρασί, τυριά, καπνιστά ψάρια, κρέατα, ζάχαρη, καφέ, ρύζι, μήλα, καρπούζια, πεπόνια…,ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Ο Jakob Levi Salomon Bartholdy, Γερμανός περιηγητής, γράφει για τη Σμύρνη: ʽʽΑπαλή σιλουέτα, γαλάζια θάλασσα, καθαρός ουρανός, χαϊδευτικό αεράκι. Τα καλύτερα φρούτα και τα πιο νόστιμα λαχανικά σε αφάνταστη αφθονία. Τα σύκα, τα σταφύλια και οι σταφίδες της Σμύρνης είναι φημισμένες και στη Γερμανία όπου εξάγονται κατά μεγάλες ποσότητες. Περίφημα επίσης είναι τα ρόδια και τα κεράσια του Νυφαίου, ενώ τα πεπόνια του Κασσαμπά θεωρούνται τα καλύτερα της Μικρασίας, και τα πορτοκάλια της δεν πάνε πίσω από κείνα της Χίου…Εδώ στη Σμύρνη η φύση σπαταλά την πολυτέλειά τηςʼʼ.
Κύρια μεταφορικά μέσα των εμπορευμάτων (κυρίως του εσωτερικού της Ανατολής) αποτελούσαν οι αραμπάδες (κάρα) και κυρίως τα καραβάνια από καμήλες, που, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα μέσα μεταφοράς, μπόρεσαν να συνυπάρχουν για πολλά χρόνια με το σιδηρόδρομο. Τα περισσότερα καραβάνια έμπαιναν στη Σμύρνη από την ομώνυμη γέφυρα (Γέφυρα των Καραβανιών) πάνω από το Μέλητα ποταμό όπου και υπήρχε ελληνικό καφενείο καθώς και η αφετηρία πολλών αραμπάδων αλλά και ζώων που νοικιάζονταν για τις μεταφορές μέσα στην πόλη. Κύριος προορισμός των προϊόντων ήταν τα τσαρσιά (ανοιχτές αγορές), τα μπεζεστένια (κλειστές, στεγασμένες αγορές για πολύτιμα εμπορεύματα) και τα χάνια.
Τα χάνια, ιδίως σε μεγάλους διαμετακομιστικούς σταθμούς όπως ήταν η Σμύρνη, ήταν χώροι όπου ξεκουράζονταν οι έμποροι και τα ζώα τους. Ταυτόχρονα όμως το χάνι συνδύαζε για αυτούς οικία και επαγγελματική στέγη καθώς το χρησιμοποιούσαν και σαν αποθήκη και γραφείο συγχρόνως. ʽʽΤα ίδια αυτά κτίρια αποτελούσαν φυσικά και τόπους συγκέντρωσης εμπόρων που προέρχονταν από τις ίδιες περιοχές, όπως – για τους Έλληνες – το Κρητικό, το Τσιριγώτικο, ή το Χιώτικο Χάνιʼʼ. Τα κτίρια αυτά είχαν τεράστιες πόρτες επιτρέποντας ακόμα και σε καμήλες να εισέλθουν στο εσωτερικό τους για να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματα. Τις νύχτες, οι πόρτες αυτές ήταν κλειστές για λόγους ασφαλείας και ο φύλακας, ο ʽʽχανιτζήςʼʼ, έλεγχε την ταυτότητα όσον έφταναν αργοπορημένα μέσα από ένα μικρότερο πορτάκι. Ο Δημήτριος Βικέλας, μέσα από το πεζογράφημά του, Λουκής Λάρας, μας δίνει την περιγραφή του συγκεκριμένου αυτού είδους κτιρίου: ʽʽΔιηρχόμεθα τον βίον ήσυχοι εντός του Χανίου, την μεν ημέραν εν μέσω των ποικίλων εμπορευμάτων μας, την δε νύχτα εντός του μικρού δωματίου, άνωθεν της αποθήκης, όπου εκοιμώμεθα ο πατήρ μου κʼ εγώ…Τα Χάνια, καθώς ίσως γνωρίζεις, αναγνώστα, είναι συνήθως ωκοδομημένα εν είδει φρουρίου. Έξωθεν τείχοι υψηλοί και στέρεοι, εν τω μέσω αυλή ύπαιθρος, τετράγωνος ή επιμηκής, επί της αυλής αι θύραι και τα παράθυρα των αποθηκών και των οικημάτων, η δε συγκοινωνία μετά του έξω κόσμου δια πύλης σιδεράς κλειόμενης την νύκταʼʼ.
Σημερινή άποψη της Σμύρνης
Έτσι τα εμπορεύματα ακολουθούσαν το κλασικό δρομολόγιο: ξεφόρτωμα στο ανάλογο χάνι, ζύγισμα, μεταφορά στο λιμάνι, συσκευασία σε ʽʽμπάλεςʼʼ. Ακολουθούσε η πληρωμή των τελωνειακών δασμών (εδώ εμφανίζεται και ο ʽʽΕβραίοςʼʼ, καθώς στην πλειοψηφία τους οι τελωνοφύλακες της Σμύρνης ανήκαν στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης). Άλλες πληρωμές ήταν τα ʽʽΚονσουλιάτικαʼʼ, τα δικαιώματα του προξενείου και η αμοιβή των διερμηνέων και των ζυγιστών. Όλες οι πληρωμές γίνονταν σε ρέλια, ισπανικά νομίσματα ευρείας τότε χρήσης καθώς και σε μικρότερα, τα ʽʽάσπραʼʼ, που κατασκευάζονταν στην Τουρκία. Η εν λόγω ανάπτυξη της Σμύρνης συνδέθηκε με την ανάπτυξη του εμπορίου της περιοχής με τη Δύση ως συνάρτηση των σχέσεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με τη Γηραιά Ήπειρο. Στο διεξαγόμενο αυτό εμπόριο η Γαλλία αποτελούσε και τον σημαντικότερο εμπορικό συνέταιρο της αυτοκρατορίας στην ανατολική Μεσόγειο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα όπου το μονοπώλιό της βρέθηκε μπροστά στον βρετανικό επεκτατισμό. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλώνται πλήρως στην εμπορική ιστορία της πόλης. Οι έμποροι των καραβανιών έφταναν στη Σμύρνη από την Ανατολή φέρνοντας τα προϊόντα τους τα οποία και ανταλλάσσονταν με εμπορεύματα από τη Δύση που έφταναν στο λιμάνι δια θαλάσσης. Στο 2ο μισό του 18ου αιώνα ο ετήσιος μέσος όρος των εξαγωγών προς τη Γαλλία ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερος σε αξία από ότι στο πρώτο, ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα, οι εξαγωγές υπήρξαν διπλάσιες από τα ήδη υψηλά επίπεδα του 18ου. Παράλληλα οι εισαγωγές αναπτύσσονταν με τους ίδιους ρυθμούς πολλαπλασιαζόμενες και αυτές στα δρώμενα του διεθνούς εμπορίου.
Η ξέφρενη πορεία του εμπορικού ισοζυγίου της Σμύρνης διακόπηκε μονάχα στην Ελληνική Επανάσταση. Ενδεικτικά, το 1821, οι εισαγωγές μάλλινων από την Αγγλία πέφτουν στις 3.772 λίρες και το 1822 στις 1.744. Μονάχα κατά το 1824 οι εισαγωγές θα επανέρθουν στο επίπεδο των 29.643 λιρών που χαρακτήριζε το προεπαναστατικό 1818. Παρόλα αυτά από τα μέσα του 19ου αιώνα ως και τις αρχές του 20ου η συνολική αξία των εξαγωγών της Σμύρνης ήταν διπλάσια από αυτή των εισαγωγών. Το 1850 η Σμύρνη ήλεγχε το 7,5% του συνόλου του εξωτερικού εμπορίου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ενώ στο τέλος του 19ου είχε φτάσει το εκπληκτικό ποσοστό του 43%. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της εμπορικής δραστηριότητας βρίσκονταν στα χέρια Ελλήνων και Ευρωπαίων εμπόρων. Ένα μικρότερο τμήμα του διεξαγόταν από Αρμένιους, Εβραίους και μουσουλμάνους. Η επιτυχής διεξαγωγή του εμπορίου οδήγησε στη δημιουργία περισσότερο οργανωμένων εμπορικών αντιπροσωπιών και επαγγελματικών σωματίων με πληθυσμό κατά κύριο λόγο ελληνικό. Παράλληλα οι Έλληνες αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των ελεύθερων επαγγελματιών (γιατροί, δικηγόροι). Αντίθετα το μουσουλμανικό ποσοστό του πληθυσμού υπερτερούσε στον αγροτικό τομέα ως γαιοκτήμονες και καλλιεργητές διαθέτοντας τα αγροτικά προϊόντα τους στη γενικότερη εσωτερική αγορά. ʽʽΤο τοπικό εμπόριο αγροτικών προϊόντων, η βυρσοδεψία, η χαλκουργική αποτελούσαν τους κυριότερους τομείς δραστηριοποίησης του μουσουλμανικού στοιχείουʼʼ, γράφει η Αιμιλία Θεμοπούλου.
Μια τέτοια εξέλιξη οδήγησε σύντομα στην ολοένα και μεγαλύτερη εμφάνιση ξένων ασφαλιστικών εταιριών καθώς και στην ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος της πόλης, ενώ η παράλληλη τεχνολογική βελτίωση συντελούσε στην ολοένα και μεγαλύτερη δυτική διείσδυση. Αποτέλεσμα η δημιουργία των απαιτούμενων συνθηκών που θα συντελούσαν στην εκβιομηχάνιση της πόλης. Πράγματι, η Σμύρνη κατά τις αρχές του 20ου αιώνα αποτελούσε το μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της περιοχής μετά την Κωνσταντινούπολη με κύριους τομείς ανάπτυξης την ταπητουργία, την παραγωγή και επεξεργασία ειδών διατροφής, τη νηματουργία και την υφαντουργία. Το εργοστάσιο εμφανίστηκε στη Σμύρνη μέσω κυρίως δέκα ανωνύμων εταιριών. Ατμόμυλοι, σαπωνοποιεία, πυρηνελαιουργεία, βυρσοδεψεία, οινοπνευματοποιεία, μηχανουργεία, εργοστάσια παραγωγής λουκουμιών και κουφέτων, εργοστάσια κατασκευής κιβωτίων σταφίδας και άλλες παρόμοιες μορφές εργοστασιακής και εργαστηριακής παραγωγής γνώρισαν γρήγορη ανάπτυξη και διάδοση.
Σημερινή άποψη της Σμύρνης
Εν τω χρόνο η ολοένα και μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση στο εσωτερικό καθεμίας από τις εθνικοθρησκευτικές κοινότητες οδήγησε σε μια γενική αστική συσσωμάτωση. ʽʽΗ «νέα αστική τάξη» δεν απαρτίζεται, βέβαια, από μεγαλέμπορους, τραπεζίτες και υψηλόβαθμους υπαλλήλους της οθωμανικής κεντρικής εξουσίας, αποτελεί ωστόσο φορέα αλλαγής για μια νέα τάξη πραγμάτων στο οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, στη μεταβατική αυτή περίοδο των κοινωνικών ανακατατάξεων και μεταβολών…Πρόκειται για μια πολυεθνική αστική τάξη που δεν είναι ενιαία, μια και τα μέλη της ανήκουν σε διαφορετικές εθνικοθρησκευτικές ομάδες της πόληςʼʼ. Επακολούθησαν νέες οικονομικές και κοινωνικές συμπεριφορές και πολιτισμικές αλλαγές με την εισαγωγή δυτικών νοοτροπιών να αποτελεί τον κανόνα. Βέβαια η επιρροή αυτών των διεργασιών υπήρξε διαφορετική για κάθε εθνικοθρησκευτική ομάδα. Ανεξάρτητα όμως με αυτό, έχουμε την εμφάνιση εκδηλώσεων και χοροσπερίδων, πολιτιστικών και αθλητικών συλλόγων ενώ παράλληλα θα παρατηρηθούν και αλλαγές στο πολεοδομικό ιστό της πόλης τόσο ώστε σύντομα η προκυμαία αποτελούσε ένδειξη του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της πόλης.
Κατά κανόνα η οικονομική ανάπτυξη συνοδεύεται και από μια αναγέννηση στην παιδεία. Ο νέος πλούτος ωθεί στην ίδρυση νέων σχολών και σχολείων, νέων κτιριακών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού, με τους εμπόρους να αποτελούν, μαζί με την εκκλησία, του κύριους χορηγούς της εκπαίδευσης. Πράγματι η Σμύρνη αποτέλεσε ένα από τα νεοφανή εκπαιδευτικά κέντρα της εμποροαστικής μεσογείου που μαζί με τη Χίο και τις Κυδωνίες συνέδεσαν την προκοπή τους με το Διαφωτισμό. Από τον 18ο αιώνα ξεκίνησε να παρατηρείται η διαμόρφωση μιας νέας ελληνικής πνευματικής ηγεσίας που εξέφραζε τόσο τα εθνικά όσο και τα πολιτικά προβλήματα του ελλαδικού χώρου. Η Σμύρνη, που δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις μητροπόλεις του ελληνισμού, αποτέλεσε ειδική περίπτωση του νεοελληνικού Διαφωτισμού ως μια περιοχή όπου σημειώθηκαν έντονες ιδεολογικές εντάσεις και διαμάχες σχετικά με τις προσπάθειες εισδοχής των ευρωπαϊκών ιδεών του 18ου αιώνα. Μονάχα η αναφορά μερικών από των κυρίων εκπροσώπων της πνευματικής αναγέννησης του ελληνικού στοιχείου, όπως αυτά των Α. Κοραή, Κ. Κούμα, Κ. Οικονόμου και Ι. Ι. Σκυλίτση, πιστοποιεί την δικαίωση του χαρακτηρισμού.
Στη Σμύρνη η αύξουσα πορεία της εκπαίδευσης των Ελλήνων είχε αρχίσει ήδη από το 1700. Το 1707, ο Διαμαντής Ρύσιος ιδρύει το ονομαστό «Σχολείον Χριστού», το 1723, η Εκκλησία και ο Πατριάρχης Ανανίας ιδρύουν την περίφημη Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης που υπήρξε και πρότυπο αυτής των Κυδωνιών, ενώ, το 1809, έχουμε την ίδρυση του Φιλολογικού Γυμνασίου υπό την διεύθυνση του Κ. Κούμα. Η εκπαιδευτική μεθοδολογία του Κούμα χαρακτηρίζεται από μια έντονη προσπάθεια διάδοσης των ιδεών των θεωρητικών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Κύριο αντικείμενο μελέτης στο Φιλολογικό Γυμνάσιο υπήρξαν τα κείμενα των Κοντιγιάκ, Καντ, Ρουσσώ, Κάμπε, καθώς και αυτά του χαρακτηριζόμενου γερμανικού ιδεαλισμού παράλληλα με τη διδασκαλία των νεότερων μαθημάτων και των φυσικών επιστημών. ʽʽΣτις παραμονές της Επανάστασης του 1821ʼʼ, γράφει η Ρωξάνη Αργυροπούλου, ʽʽγίνονται συζητήσεις οι οποίες στρέφονται όχι μόνο γύρω από τα παιδαγωγικά πρότυπα του Διαφωτισμού, αλλά και ευρύτερα, για τις σχέσεις μεταξύ παιδείας και εξουσίας, ελευθερίας και ισότητας, παράδοσης και ανανέωσης, ιστορίας και πατριωτισμούʼʼ.
Η πνευματική αυτή ανάπτυξη δεν περιορίστηκε μονάχα στο ελληνικό παράδειγμα. Υπό το πρίσμα του εκσυγχρονισμού παρατηρείται η εξέλιξη της εκπαίδευσης σε όλες τις εθνικοθρησκευτικές ομάδες της πόλης. Παρόλα αυτά οι ελληνική κοινότητα πρωτοστατεί. Πράγματι, στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι Έλληνες συγκριτικά με τις υπόλοιπες εθνικοθρησκευτικές κοινότητες παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό σε αριθμό σχολείων. ʽʽΣτη Σμύρνηʼʼ, τονίζει η Αιμιλία Θεμοπούλου, ʽʽκαι την ευρύτερη περιοχή της υπάρχουν περίπου 94 ελληνικά σχολεία, όπου φοιτούν συνολικά 14.000 μαθητές. Υπάρχουν επίσης 47 μουσουλμανικά σχολεία με 5.630 μαθητές, ενώ ο αριθμός των Εβραίων μαθητών ανέρχεται σε 3.000ʼʼ , και όλα αυτά, σε μια περίοδο όπου η πόλη αριθμούσε περίπου 400.000 κατοίκους από τους οποίους 155.000 ήταν Έλληνες, 150.000 μουσουλμάνοι, 30.000 Εβραίοι, 25.000 Αρμένιοι και 20.000 Ευρωπαίοι. Απόδειξη της γενικότερης πνευματικής αναγέννησης που συντελούνταν στη Σμύρνη αποτελεί επίσης και η σημαντική ανάπτυξη του Τύπου. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη αριθμεί 35 τυπογραφεία με την ελληνική εκδοτική δραστηριότητα να παρουσιάζει εξαιρετική ανάπτυξη με εκδόσεις εφημερίδων, περιοδικών και έργων της δυτικής γραμματείας.
                                                                                                                                  (author KYM)

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Τζένγκις Χαν

Ο Τζένγκις Χαν  (1165 - 18 Αυγούστου 1227) ήταν ένας Μογγόλος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης. Ένωσε τις μογγολικές φυλές και ίδρυσε την Αυτοκρατορία των Μογγόλων (1206 - 1368), μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες στην ιστορία. Γεννημένος στη φυλή Μποργιτζήν, δημιούργησε έναν ισχυρό στρατό και έγινε ένας απο τους σημαντικότερους και πλέον επιτυχημένους στρατιωτικούς ηγέτες στην ιστορία.
Παρά το γεγονός ότι ο Τζένγκις Χαν σε πολλές περιοχές του κόσμου θεωρείται κατ' εξοχήν αιμοβόρος κατακτητής, στη Μογγολία είναι μια αγαπητή προσωπικότητα και θεωρείται ως ο πατέρας του μογγολικού έθνους. Πριν γίνει Χαν (Хаан, ελλ. Κυβερνήτης), εξόντωσε και κατόπιν ένωσε πολλές από τις νομαδικές φυλές της ανατολικής και κεντρικής Ασίας και τους έδωσε ταυτότητα ως Μογγόλους.
Διάσημος Μογγόλος κατακτητής, ο Τζένγκις - Χαν (1167 -1227), που το πραγματικό του όνομα ήταν Τεμουζίν, έγινε στα 13 του χρόνια αρχηγός 30 μογγολικών φυλών μετά το θάνατο του πατέρα του.
Όπως ήταν φυσικό, συνάντησε βίαιη αντίδραση από το μέρος των υποτελών του φυλών, αλλά όταν παντρεύτηκε την κόρη του μεγάλου Χαν των Κοραϊτών Μογγόλων Ουνγκ και πήρε βοήθεια και υποστήριξη από αυτόν, γρήγορα επιβλήθηκε κι απέδειξε τις έξοχες στρατιωτικές του ικανότητες. Τόση μεγάλη ήταν η δύναμη που απέκτησε, ώστε ο πεθερός του άρχισε να φοβάται για την αρχή του και διέταξε να τον σκοτώσουν. Ο Τζένγκις Χαν όμως δραπέτευσε και κατόρθωσε μετά από πολλές συγκρούσεις να ανακηρυχθεί Χαν και να στραφεί ενάντια στην Κίνα. Κατέλαβε το Πεκίνο κι ύστερα τη Μπουχάρα και τη Σαμαρκάνδη και έφτασε μέχρι τη Ρωσία. Πέθανε αφού νίκησε ολοκληρωτικά το βασιλιά της βορειοδυτικής Κίνας.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Η κιβωτός της διαθήκης


Η κιβωτός της διαθήκης (Εβρ. ארון הברית‎, αρόν χαβρίτ *) περιγράφεται στηΠαλαιά Διαθήκη ως ένα ιερό κιβώτιο, μέσα στο οποίο φυλάσσονταν οι πέτρινες πλάκες όπου ήταν γραμμένες οι Δέκα Εντολές που είχε παραδώσει ο Γιαχβέ, για δεύτερη φορά, στον Μωυσή, και άλλα ιερά αντικείμενα των Ισραηλιτών. Η κιβωτός αυτή —που δεν πρέπει να συγχέεται με την κιβωτό του Νώε— κατασκευάσθηκε με εντολή του Γιαχβέ, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έθεσε στον Μωυσή σε όραμα στο όρος Σινά. (Έξοδος 25:9-10) Φυλασσόταν αρχικά μέσα στην «σκηνή του Μαρτυρίου» ή «σκηνή της συνάντησης» κατά την περιπλάνηση στην έρημο του Σινάκαι αργότερα μέσα στο εσώτατο δωμάτιο του Ιουδαϊκού Ναού στην Ιερουσαλήμ, όπου κατέληξαν.
Η ύπαρξη της κιβωτού της διαθήκης υποδήλωνε ότι ο Γιαχβέ ήταν ανάμεσα στον λαό Ισραήλ και επικοινωνούσε μαζί τους, παρέχοντας συγκεκριμένες κατευθύνσεις όταν ήταν απαραίτητο. Ο ραβίνος Ρασί και κάποιοι μιδρασίμ υποστηρίζουν ότι υπήρχαν δύο κιβωτοί της διαθήκης: μία προσωρινή που είχε κατασκευάσει ο Μωυσής και μία μεταγενέστερη που είχε φτιάξει ο εργοδηγός της κατασκευής της κιβωτού, ο Βεσελεήλ (Βεσαλεήλ)[1].
Κατά την 40ετή περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο η κιβωτός μεταφερόταν από τους ιερείς μπροστά από το λαό και το στράτευμα. (Αριθμοί 4:5, 6· 10:33-36· Ψαλμοί 68:1· 132:8) Κατά τη μεταφορά της η κιβωτός ήταν πάντα τυλιγμένη με ένα κάλυμμα από δέρμα φώκιας και με ένα γαλανό ύφασμα, κρυμμένη προσεκτικά ακόμα και από τα μάτια των Λευιτών που τη μετέφεραν.
*Η εβραϊκή λέξη αρόν χρησιμοποιείται στη Βίβλο για οποιοδήποτε είδος κιβωτίου ή σεντουκιού ανεξαρτήτως χρήσεως. (Γένεση 50:26· 2 Βασιλέων 12:9, 10) Η κιβωτός της διαθήκης διακρίνεται από όλες τις άλλες με την προσθήκη προσδιορισμών, όπως «η κιβωτός του Θεού» (1 Σαμουήλ 3:3), «κιβωτός της διαθήκης» (Ιησούς Ναυή 3:6· Εβραίους 9:4), «κιβωτός του μαρτυρίου», φράση που αποδίδεται και «κιβωτός του νόμου» (ΜΠΚ) ή «κιβωτός της μαρτυρίας» (ΜΝΚ) (Έξοδος 25:22), κ.ά.. Σύμφωνα με τη Βίβλο, οι δύο πέτρινες πλάκες που αποτελούσαν το «Μαρτύριον», δηλαδή τη μαρτυρία ή απόδειξη της συμφωνίας ή διαθήκης του Θεού με τους ανθρώπους φυλάσσονταν μέσα στην κιβωτό. (Δευτερονόμιο 31:26) Μία χρυσή στάμνα με ποσότητα από το «μάννα» που συλλέχθηκε κατά το ταξίδι των Ισραηλιτών στην έρημο και η ράβδος του Ααρών «που είχε βλαστήσει θαυματουργικά», προστέθηκαν στο περιεχόμενο της Κιβωτού (Έξοδος 16:32-34· Εβραίους 9:4), αλλά προφανώς αφαιρέθηκαν σε κάποιο χρόνο πριν την ανέγερση του Ναού του Σολομώντος, καθώς αναφέρεται ότι «δεν υπήρχε τίποτα μέσα στην Κιβωτό εκτός από τις δύο πλάκες». (1 Βασιλέων 8:9)



Ακόμα και ο Ααρών, αδελφός του Μωυσή και πρώτος Αρχιερέας, δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στη σκηνή όπου φυλασσόταν η Κιβωτός της Διαθήκης, παρά μόνο μία συγκεκριμένη ημέρα του έτους για την τέλεση ενός τυπικού. (Λευιτικό κεφ. 16) Ο Μωυσής διατάχθηκε από τον Θεό να καθαγιάσει την Κιβωτό μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή της με το άγιο έλαιο. (Έξοδος 30:23-26) Επίσης, καθορισμένοι ήταν οι κατασκευαστές: ο Βεσελεήλ από τη φυλή Ιούδα και ο Οολιάβ (Ολιάβ) από τη φυλή Δαν. (31:2-7) Ο Μωυσής ακολούθησε επακριβώς τις οδηγίες, καλώντας για εθελοντική εργασία κάθε "επιδέξιο τεχνίτη". (35:10-12) Ο τεχνίτης Βεσελεήλ κατασκεύασε την κιβωτό και ο Μωυσής ενέκρινε το αποτέλεσμα, τοποθέτησε τις πλάκες μέσα στην κιβωτό και την εγκατέστησε στη σκηνή του Μαρτυρίου. (37:1)
Στο Δευτερονόμιο (10:1-5) αναφέρεται η κατασκευή μιας προσωρινής κιβωτού από ξύλο ακακίας όπου ο Μωυσής αποθήκευσε προσωρινά τη δεύτερη λίθινη καταγραφή των Δέκα Εντολών. Η κιβωτός της Μαρτυρίας κατασκευάστηκε λίγους μήνες αργότερα όπου και τοποθετήθηκαν τελικά και οι πέτρινες πλάκες. Η ευθύνη για τη μεταφορά της κιβωτού και των υπόλοιπων ιερών αντικειμένων ανατέθηκε στην οικογένεια τουΚαάθ από την φυλή Λευί. Οι ίδιοι ωστόσο δεν έπρεπε να αγγίξουν οτιδήποτε από τα ιερά αντικείμενα, "γιατί θα πέθαιναν". (Αριθμοί 4:2-15)


Η μόνη αναφορά της κιβωτού στα βιβλία των προφητών είναι στο βιβλίο του Ιερεμία, ο οποίος προφητεύει ένα μελλοντικό χρόνο κατά τον οποίο η Κιβωτός δεν θα χρειάζεται πλέον, επειδή ο λαός θα είναι δίκαιος. Στους Ψαλμούς η Κιβωτός αναφέρεται δύο φορές.
Η κιβωτός αναφέρεται σε ένα χωρίο του δευτεροκανονικού βιβλίου 2ου Μακκαβαίων (2:4-10), όπου γίνεται λόγος για ένα άλλο κείμενο που αναφέρει ότι ο προφήτης Ιερεμίας, «ειδοποιημένος από τον Θεό», πήρε την κιβωτό, την σκηνή του Μαρτυρίου και το θυσιαστήριο του θυμιάματος, και τα έθαψε σε μια σπηλιά στο όρος Νεβώ (Δευτ. 34:1), πληροφορώντας εκείνους που ήθελαν να μάθουν πού είναι το μέρος, ότι θα έπρεπε να παραμείνει άγνωστο «μέχρι τότε που ο Θεός θα συγκεντρώσει και πάλι τον λαό του και θα τον δεχθεί με έλεος».
Η Προς Εβραίους επιστολή αναφέρει ότι η κιβωτός περιείχε τη χρυσή στάμνα με το μάννα, τη ράβδο του Ααρών και τις πλάκες των εντολών. (9:4) Τέλος, στο προφητικό βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη η «κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου» περιγράφεται να υπάρχει στον "ναό του Θεού στον ουρανό". (11:19)


Οι Εβραϊκές Γραφές αναφέρουν ότι η κιβωτός ήταν κατασκευασμένη από ξύλο ακακίας ή του δένδρου σιτάχ. Είχε πλάτος και ύψος 1,5 πήχυ, και μήκος 2,5 πήχεις (περίπου 114 x 68 x 68 cm). Η κιβωτός ήταν καλυμμένη ολόκληρη με τον πιο καθαρό χρυσό και η επάνω επιφάνειά της (το σκέπασμα) είχε επίσης στα χείλη χρυσό.
Στις δύο απέναντι πλευρές κατά μήκος έφερε από δύο χρυσούς κρίκους, από όπου περνούσαν δύο επιχρυσωμένα ξύλινα κοντάρια μεταφοράς (με χρυσές διακοσμήσεις). (Αριθμοί 4:5, 19-20· 7:9· 10:21· 1 Βασιλέων 8:3,6) Πάνω από την κιβωτό βρίσκονταν τοποθετημένα στα άκρα της δύο χρυσαφένια ομοιώματα χερουβείμ, με τα πρόσωπά τους αντικριστά το ένα προς το άλλο. (Λευιτικό 16:2· Αριθμοί 7:89) Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η παρουσία του Ιεχωβά γινόταν αντιληπτή ανάμεσα στα χερουβείμ με μια φωτεινή πηγή φωτός, το επονομαζόμενοΣεκινά. Η ύπαρξη των χερουβείμ αποτελούσε αναπαράσταση του ουράνιου θρόνου του Θεού ο οποίος περιστοιχίζεται από ανώτερα πνευματικά πλάσματα. (Έξοδος 25:10-22· 37:1-9)
Η κιβωτός της διαθήκης ήταν τοποθετημένη στον αγιότατο τόπο της εκκλησίας του λαού Ισραήλ, στα Άγια των Αγίων (Εβρ. Καντός χεΚαντασίμ), όπου είχε πρόσβαση ο Αρχιερέας μία φορά το χρόνο κατά τον εορτασμό της Ημέρας του Εξιλασμού (Εβρ. , γιόμ χαΚιπουρίμ). (Εβραίους 9:4, 7· Λευιτικό 16:2, 12, 14, 15)


Η κιβωτός της διαθήκης αναφέρεται στο μέσο της αφήγησης σχετικά με την επιλογή του Σαούλ ως βασιλιά στο Κοράνιο, ως εξής: «Τους είπε ο προφήτης: "Ως σημάδι της εξουσίας του θα έρθει η κιβωτός της Διαθήκης. Αυτήν θα τη λάβετε ως ενέχυρο της ασφάλειας που θα σας παρέχει ο Κύριος. Σε αυτήν περικλείονται διάφορα κειμήλια του οίκου του Μωυσή και του Ααρών. Οι άγγελοι θα τη φέρουν. Αυτό θα χρησιμέψει σε εσάς ως σημάδι για να είστε πιστοί». (2:248)
Διάφοροι συγγραφείς του Ισλάμ έχουν υποθέσει ότι η Κιβωτός είχε μία μορφή από χρυσόλιθο ή ρουμπίνι με κεφάλι και ουρά γάτας και δύο πτέρυγες. Ο Αλ Ταχαλιμπί (Al-Tha'alibi) δίνει στις Ιστορίες των Προφητών (Qisas al-Anbiya) μία εξιστόρηση της κιβωτού κατά τα πρώτα αλλά και τα μεταγενέστερα χρόνια της.
Σύμφωνα με λίγους Μουσουλμάνους μελετητές, η Κιβωτός της Διαθήκης δεν έχει ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία στο Ισλάμ, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι θα ανακαλυφθεί από τον Μαχντί κοντά στο χρόνο του τέλους του κόσμου και ότι στο εσωτερικό της θα περιέχει κειμήλια από τον καιρό του Μωυσή, π.χ. το σκήπτρο του Μωυσή, τη ράβδο και το τουρμπάνι του Ααρών, και άλλα.