Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

ΑΛ ΚΑΠΟΝΕ

Ο Αλφόνσο «Αλ» Καπόνε (Νέα Υόρκη 1899 - 1947 Παλμ Άιλαντ, Φλόριντα) ήταν διαβόητος γκάνγκστερ, λαθρέμπορος οινοπνευματωδών ποτών που έδρασε στις ΗΠΑ και δέσποζε στον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος από το 1925 έως το 1931, στην περίοδο της ποτοαπαγόρευσης.
Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1899 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και ήταν το τέταρτο από τα συνολικά εννέα παιδιά του Γκαμπριέλε Καπόνε και της Τερεζίνα Ραΐολα, Ιταλών μεταναστών από την Νάπολη. Σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το σχολείο ενώ ήταν ήδη μέλος δύο συμμοριών, στους «Μαχαιροβγάλτες» του Μπρούκλιν και στους «Σαράντα κλέφτες Τζούνιορς». Άρχισε να δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά και σύντομα έγινε μέλος της συμμορίας του Μανχάταν «Five Points». Τότε ήταν που έπιασε δουλειά στο πανδοχείο Χάρβαρντ του Φράνκι Γαίηλ. Εκεί απέκτησε και τις ουλές στο αριστερό του μάγουλο, που του χάρισαν το προσωνύμιο «Scarface» (= Σημαδεμένος). Αιτία ήταν ένα τολμηρό σχόλιο για την αδερφή ενός θαμώνα, ο οποίος δεν δίστασε να του χαράξει το μάγουλο.
Στη Νέα Υόρκη ο Καπόνε απέκτησε φήμη σκληρού και, ύστερα από μια δολοφονία, που πιστεύεται ότι διέπραξε, ο Τζόνι Τόριο, αρχηγός της συμμορίας του Καπόνε, αποφάσισε να μετακομίσει στο Σικάγο. Έτσι το 1920μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του, δηλαδή την Ιρλανδή Μαίρη Κάφλιν, την οποία είχε παντρευτεί στις 30 Δεκεμβρίου του 1918 και τον γιο του Άλμπερτ Σόνυ Φράνσις Καπόνε, ο οποίος είχε γεννηθεί στις 4 Δεκεμβρίουτου 1918 και έπασχε από σύφιλη, στο Σικάγο για να γίνει το νούμερο 2 στην ηγεσία της συμμορίας. Κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη φημολογείται ότι είχε σκοτώσει δύο άτομα.
Στο Σικάγο εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στην λεωφόρο Σάουθ Πρέρι. Ύστερα από απόπειρα δολοφονίας, το 1925, εναντίον του Τζων Τόριο από αντίπαλες συμμορίες και αφού ο πρώτος εγκατέλειψε το Σικάγο, ο Καπόνε ανέλαβε την επιχείρηση. Ο Καπόνε εκμεταλλευόμενος την ποτοαπαγόρευση κατάφερε να πολλαπλασιάσει τα κέρδη του και να αναδειχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους γκάνγκστερ των ΗΠΑ. Το 1927 η περιουσία του υπολογιζόταν στα 100.000.000 δολάρια ελέγχοντας στοιχήματα, κλαμπ, οίκους ανοχής κ.α. Δεν δίστασε μάλιστα να δωροδοκήσει τον δήμαρχο του Σικάγο Ουίλιαμ Χέϊλι Τόμσον, τον οποίο μάλιστα βοήθησε να εκλεγεί για δεύτερη φορά στις εκλογές του 1927. Ο δήμαρχος προβλέποντας τη διαφαινόμενη ήττα του στις επικείμενες εκλογές, πράγμα που τελικά έγινε, αποφάσισε να αλλάξει τακτική απέναντι στον Καπόνε. Για να απαλλαχθεί διόρισε νέο αστυνομικό διευθυντή με εντολή να συλλάβει τον Καπόνε. Ο Καπόνε τότε εγκατέλειψε το Σικάγο για λόγους ασφαλείας και εγκαταστάθηκε στο Παλμ Άιλαντ της Φλόριντα.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 1929 έμελλε να διαπραχθεί το έγκλημα που έμεινε στην ιστορία ως η σφαγή του «Αγίου Βαλεντίνου». Κάποιοι άντρες του Καπόνε, μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς, εισέβαλαν αιφνιδιαστικά σε ένα γκαράζ της οδού Κλαρκ 2222. Σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν ή έστω να προειδοποιήσουν τον Τζωρτζ Μόραν, αρχηγό της συμμορίας του Βορείου Σικάγου. Στο γκαράζ βρισκόνταν εκείνη την ώρα επτά άτομα, τα οποία νόμισαν ότι επρόκειτο για έφοδο της αστυνομίας. Ο Τζωρτζ Μόραν βρισκόταν απέναντι και ετοιμαζόταν να διασχίσει τον δρόμο όταν είδε τους άντρες του Καπόνε μεταμφιεσμένους σε αστυνομικούς. Βλέποντας τους τράπηκε σε φυγή. Οι έξι όμως άντρες του δεν είχαν την ίδια τύχη αφού γαζώθηκαν από τουλάχιστον 150 σφαίρες. Εκτός από τους έξι που δολοφονήθηκαν υπήρχε και άλλος ένας, άσχετος με τη συμμορία, φίλος του Μόραν.
Ύστερα από αυτό το περιστατικό η αστυνομία άρχισε τις συστηματικές προσπάθειες για τη σύλληψη του. Τον Μάιο του 1929 συνελήφθη για παράνομη οπλοφορία, καταδικάστηκε σε διετή κάθειρξη αλλά αποφυλακίστηκε εννέα μήνες αργότερα λόγω καλής διαγωγής. Στο μεταξύ είχαν αρχίσει και οι διαδικασίες για την προσαγωγή του σε δίκη με αφορμή τη σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου. Οι κατηγορίες όμως έπεσαν στο κενό και ο Καπόνε απλώς κλήθηκε να πληρώσει το ποσό των 5.000 δολαρίων για ασέβεια προς το δικαστήριο. Το 1930 ήταν ο νούμερο ένα πιο επικίνδυνος εγκληματίας της πόλης του Σικάγο.

Ο δρόμος προς το τέλος είχε ανοίξει για τον Καπόνε. Το 1931 και ύστερα από πολύχρονες έρευνες του επιθεωρητή Ουίλσον ο Καπόνε καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή. Η κατηγορία στηρίχθηκε στη μαρτυρία του δικηγόρου του Λώρενς Μάτινγκλυ, σε διάφορα στοιχεία με έσοδα του γκάνγκστερ και σε διάφορες άλλες μαρτυρίες. Αρχικά δέχθηκε τις κατηγορίες, πιστεύοντας ότι θα υπήρχε ευνοϊκή μεταχείριση. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη με αποτέλεσμα ο Καπόνε να αναιρέσει την αρχική του κατάθεση. Προσπάθειες όπως αυτή της δωροδοκίας των ενόρκων δεν πέτυχαν και έτσι ο δικαστής Ουίλκερσον τον καταδίκασε σε δέκα χρόνια φυλάκιση επιβάλλοντάς του επιπλέον και πρόστιμα 50.000 δολαρίων.
Το 1932 μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ατλάντα και στη συνέχεια σε αυτές του Αλκατράζ. Λίγο μετά το 1935 άρχισε να δείχνει συμπτώματα συφιλιδικής παράνοιας και άρχισε να νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Τον τελευταίο χρόνο της ποινής του βρισκόταν στο Τέρμιναλ Άιλαντ της Καλιφόρνια. Αποφυλακίστηκε στις 16 Νοεμβρίουτου 1939 αφού πλήρωσε 37.617,51 δολάρια και αποσύρθηκε στο κτήμα του στη Φλόριντα.
Απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς στις 25 Ιανουαρίου του 1947 στο σπίτι του στη Φλόριντα. Ο γιος του Άλμπερτ Σόνυ Φράνσις Καπόνε μετά από λίγα χρόνια άλλαξε το όνομά του σε Φράνσις.
πηγή : http://el.wikipedia.org/

Λεπτή κόκκινη γραμμή

Η φράση Λεπτή κόκκινη γραμμή χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το έσχατο όριο μιας υποχώρησης.
Η φράση χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τον ηρωισμό των ανδρών του βρετανικού 93ου Συντάγματος Πεζικού κατά τη Μάχη της Μπαλακλάβας, στις 25 Οκτωβρίου του 1854, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Εκείνη τη μέρα το 93ο Σύνταγμα και μια δύναμη Βασιλικών Πεζοναυτών και Οθωμανών στρατιωτών, υπό τη διοίκηση του σερ Κόλιν Κάμπελ, αντιμετώπισαν επίθεση 400 ουσάρων της 6ης Ταξιαρχίας Ουσάρων του ρωσικού ιππικού. Το 93ο Σύνταγμα ήταν η μοναδική οργανωμένη δύναμη που μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Ρώσους ουσάρους που είχαν ως στόχο το στρατόπεδο της Μπαλακλάβας, όπου βρισκόταν αποδιοργανωμένοι περί τους 20.000 άνδρες (Βρετανοί, Γάλλοι και Οθωμανοί). Ο Κάμπελ διέταξε τους άνδρες του να παραταχθούν σε βάθος δύο ανδρών, αντί του συνηθισμένου τεσσάρων, επειδή έπρεπε να καλυφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέτωπο. Το σκωτσέζικο απόσπασμα περίμενε να πλησιάσουν οι Ρώσοι ιππείς και στη συνέχεια άνοιξε ομαδικό πυρ, προκαλώντας σοβαρές απώλειες. Ο Ρώσος διοικητής, πιστεύοντας πως η παρουσία του εχθρικού αποσπάσματος αποτελεί αντιπερισπασμό, σήμανε υποχώρηση.
Ο ανταποκριτής των "Times" Ουίλιαμ Ράσελ, έγραψε αργότερα ότι δε μπορούσε να δει τίποτα άλλο μεταξύ των Ρώσων που επέλαυναν και του στρατοπέδου, παρά μόνο μια λεπτή κόκκινη γραμμή από ατσάλι.
πηγή : http://el.wikipedia.org/

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται από την περίφημη "Μεγάλη Απόδραση" η οποία πραγματοποιήθηκε την νύχτα της 24 προς 25ης Μαρτίου του 1944, κατά τη διάρκεια της οποίας από το στρατόπεδο Stalag Luft III απέδρασαν 76 κρατούμενοι, όλοι αιχμάλωτοι πολέμου.
Το στρατόπεδο βρισκόταν στην περιοχή της Κάτω Σιλεσίας κοντά στην πόλη Σαγκάν (Zagan) της σημερινής Πολωνίας 160 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Βερολίνου. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί θα ήταν δύσκολο κανείς να ξεφύγει διαμέσου της διάνοιξης σηράγγων.
Αρχικά δημιουργήθηκε η Ανατολική Πτέρυγα η οποία άνοιξε στις 21 Μαρτίου 1942. Το πρώτο κύμα κρατουμένων ήταν Βρετανοί της  RAF και αξιωματικοί της Ναυτικής Αεροπορίας που έφτασαν στο στρατόπεδο τον  Απρίλιο του 1942.
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε η Κεντρική Πτέρυγα η οποία άνοιξε  άνοιξε στις 11 Απριλίου 1942, αρχικά για τους Βρετανούς λοχίες, αλλά μέχρι το τέλος του 1942 αντικαταστάθηκαν από τους αντίστοιχους Αμερικανούς.
Τρίτη είναι η Βόρεια Πτέρυγα η οποία δημιουργήθηκε για τους Βρετανούς αεροπόρους. Άνοιξε στις 29 Μαρτίου 1943  και ήταν αυτή στην οποία έγινε η Μεγάλη Απόδραση.
Τέταρτη είναι η Νότια Πτέρυγα δημιουργήθηκε για τους Αμερικανούς ξεκίνησε  να λειτουργεί  το Σεπτέμβριο του 1943 και οι αιχμάλωτοι (Αμερικανική Αεροποορία- USAAF) άρχισαν να έρχονται στο στρατόπεδο σε σημαντικούς αριθμούς τον επόμενο μήνα.
Τέλος είναι η Δυτική Πτέρυγα η οποία άνοιξε τον Ιούλιο του 1944 και αυτή προοριζόταν για Αμερικανούς αξιωματικούς.

Το Stalag Luft III είχε το καλύτερο οργανωμένο πρόγραμμα αναψυχής από  κάθε άλλο στρατόπεδο αιχμαλώτων (POW) στη Γερμανία. Κάθε Πτέρυγα  είχε αθλητικά γήπεδα και βόλεϊ. Οι κρατούμενοι συμμετείχαν στο μπάσκετ, στο softball, στην πυγμαχία, στο ποδόσφαιρο, στο βόλεϊ, στο πινγκ-πονγκ, και διοργανώνονταν εσωτερικά πρωταθλήματα για τα περισσότερα αθλήματα.
Μια πισίνα, μικρή σχετικά  5 Χ 6 μέτρα και βαθιά 5 μέτρα, που χρησιμοποιείτο ως δεξαμενή νερού για πυρόσβεση ήταν υπό περιστάσεις διαθέσιμη για κολύμπι.
Το στρατόπεδο είχε μια δύναμη 800 ανδρών ως φρουρά που κύρια αποτελείτο από παλαίμαχους καταπονημένους από τις μάχες στρατιώτες ή από τραυματίες στρατιώτες που βρίσκονταν στο αναρρωτικό στάδιο μετά από μακροχρόνια νοσηλεία. Επειδή οι φρουροί προέρχονταν από την Αεροπορία οι κρατούμενοι τύγχαναν καλύτερης μεταχειρίσεως από εκείνη που επιφυλασσόταν σε άλλους αιχμαλώτους πολέμου στη Γερμανία.
Μάλιστα ο υποδιοικητής του στρατοπέδου Ταγματάρχης Gustav Simoleit  ήταν καθηγητής Ιστορίας Γεωγραφίας και Εθνολογίας πριν από τον πόλεμο, μιλούσε αρκετές γλώσσες όπως αγγλικά, ρωσικά, πολωνικά και τσέχικα. Τοποθετήθηκε στο Σαγκάν στις αρχές του 1943 και τελικά απόκτησε μεγάλες συμπάθειες μεταξύ των αιχμαλώτων αγνοώντας πληθώρα απαγορεύσεων , παρέχοντας μάλιστα πλήρεις στρατιωτικές τιμές στις κηδείες των αιχμαλώτων του στρατοπέδου, μηδέ εξαιρουμένης της περιπτώσεως ενός εβραίου αεροπόρου.

"Εγκέφαλος" της επιχείρησης ήταν ο Άγγλος επισμηναγός Roger Bushell. 
O Bushell ήταν έγκλειστος στην Βόρεια Πτέρυγα, όπου στεγάζονταν Βρετανοί αεροπόροι. Συγκαλώντας μια συνεδρίαση της Επιτροπής Αποδράσεων, ο Bushell σόκαρε τους πάντες με το σχέδιό του. Η παρουσίαση του σχεδίου του ξεκίνησε με έναν πρόλογο που λειτούργησε σαν καμπανάκι για τους υπόλοιπους:
”Όλοι εμείς που βρισκόμαστε σ΄αυτήν εδώ την αίθουσα ζούμε με δανεικό χρόνο. Δικαιωματικά θα έπρεπε να είμαστε νεκροί. Ο μόνος λόγος που ο Θεός μας επέτρεψε να ζούμε ακόμη, είναι για να μπορέσουμε να κάνουμε Κόλαση τη ζωή αυτών των Ούννων. Στην Βόρεια Πτέρυγα θα επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας για την ολοκλήρωση μιας κεντρικής σήραγγας διαφυγής. Δεν θα κατασκευάσει κανείς άλλος κάποιο άλλο τούνελ. Θα σκάψουμε τρεις ποτισμένες στο αίμα σήραγγες. Τις Tom, Dick και Harry. Μία απ΄όλες θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.”.

Η κατασκευή της σήραγγας "Tom" ξεκίνησε σε μια σκοτεινή γωνιά μιας αίθουσας σε ένα από τα κτίρια της Βόρειας Πτέρυγας.  Η  είσοδος του "Dick" είναι ιδιαίτερα προσεκτικά κρυμμένη σε ένα φρεάτιο αποστράγγισης σε μία από τις τουαλέτες. Τέλος η είσοδος του "Harry" ήταν κρυμμένη κάτω από μια σόμπα.  Περισσότεροι  από 600 κρατούμενοι συμμετείχαν με κάθε μέσο και τρόπο  στην κατασκευή τους.
Οι σήραγγες κατασκευάστηκαν σε αρκετά μεγάλο βάθος περίπου εννέα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, αλλά το πλάτος αυτών ήταν αρκετά μικρό, περίπου εξήντα εκατοστά. Οι αμμώδεις τοίχοι των τούνελ στηρίζονταν με κομμάτια ξύλων, που πάρθηκαν από όλο το στρατόπεδο. Μια κύρια πηγή αυτών των ξύλινων τοιχωμάτων ήταν τα κρεβάτια των αιχμαλώτων.


Σημαντικό ήταν να διασφαλιστούν τα άτομα εκείνα που έσκαβαν, καθόσον θα έπρεπε να έχουν αρκετό οξυγόνο για να αναπνεύσουν και ταυτόχρονα να μείνουν οι λαπτήρες τους αναμμένοι. Μια αντλία λοιπόν σε κάθε τούνελ κατασκευάστηκε για να παρέχει καθαρό αέρα κατά μήκος των σωληνώσεων , εφεύρεση του Σμηναγού Bob Nelson.
Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε, αλλά όλες οι προσπάθειές τους για να ανακαλύψουν σήραγγες διαφυγής απέτυχε.
Ο Bushell  εισηγήθηκε την απόδραση 200 και πλέον ατόμων, που αποδρώντας θα έφεραν πολιτική περιβολή και θα διέθεταν μια πλήρη σειρά πλαστών εγγράφων αποδεικτικών για την υποτιθέμενη ταυτότητα του καθενός από αυτούς.Από τους 76 κρατούμενους που απέδρασαν μόλις 3 (πιλότοι της RAF) κατάφεραν να επιστρέψουν στη Βρετανία μέσω Σκανδιναβίας. Οι υπόλοιποι συνελήφθησαν και 50 από αυτούς εκτελέστηκαν με διαταγές του Χίτλερ. Ανάμεσα τους και ο Έλληνας ανθυποσμηναγός Σωτήριος Σκάντζικας της 336 Μ.Β.
Ο Σκαντζικάς στην Μέση Ανατολή (κέντρο)

Γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα. Τον Σεπτέμβριο του 1940 κατατάχθηκε στη Σχολή Αεροπορίας. Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου πήγε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του και τον Ιούλιο του 1942 ονομάστηκε Αρχισμηνίας χειριστής και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Αφρικανικού Μετώπου.
Κατά την μάχη της Κρήτης κατέπεσε με το αεροπλάνο του Hurricane (HW250) της 336ης Μοίρας Διώξεως στο έδαφος, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου στη Γερμανία.
Ο Σκάντζικας θα οδηγηθεί ως αιχμάλωτος πολέμου στο  Stalag Luft III. Ο Σκάντζικας Θα είναι από αυτούς που κατάφεραν να βγουν από το στρατόπεδο. Θα συλληφθεί και θα εκτελεσθεί μαζί με άλλους 49.
Οι άνδρες της Gestapo τους πυροβόλησαν από πίσω προφασιζόμενοι ότι οι συλληφθέντες προσπαθούσαν να αποδράσουν. Εκτός απ’ αυτό, για να εξαφανίσουν κάθε ίχνος του εγκλήματος τους, αποτεφρώσανε τα πτώματα τους. Η λήκυθος με τη στάχτη του Σκάντζικα βρίσκεται στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Poznan, στη Πολωνία. Η ορθή ημερομηνία του θανάτου του, όπως έχει πια σήμερα διαπιστωθεί, είναι η 30η Μαρτίου 1944.
ΠΗΓΗ:http://news247.gr/

οι Κουρήτες

Στην Ελληνική μυθολογία οι Κουρήτες ήταν Δαίμονες (= Δαΐμονες, ειδήμονες) που η λατρεία τους εντοπίζεται κυρίως στη Φρυγία και στη Κρήτη που κατά παράδοση ονομαζόταν και Κουρήτις.
Αναφέρονται όμως και σε άλλες ελληνικές περιοχές ταυτιζόμενοι αλλού με τους Τελχίνες, αλλού με τους Κορύβαντες και αλλού με τους Καβείρους ακόμα δε και με τους Ιδαίους Δακτύλους.
Στη Φρυγία φέρονται ως ακόλουθοι της Κυβέλης – Ήρας στην οργιαστική της λατρεία. Αντίθετα στη Κρήτη μνημονεύονται ως «άγρυπνοι φύλακες» του Δία που κάλυπταν με τις ένοπλες ορχήσεις και τον θόρυβο των όπλων τους και των κρουστών οργάνων τους, τους κλαυθμούς του για να μη τον ακούσει ο θεός Κρόνος. Αλλά και γενικότερα πιστεύονταν ως ακόλουθοι του Δία όπως οι Σάτυροι του Διονύσου. Ο αριθμός των Κουρητών έφθανε τους δέκα και τα ονόματά τους έλαβαν πολλές πόλεις της Κρήτης.
Σ΄ αυτούς αποδίδεται κατά τις τοπικές παραδόσεις η εφεύρεση του πολεμικού χορού της «πυρίχης» ενώ στην Εύβοια θεωρούνταν οι εφευρέτες των κυνηγετικών όπλων και τιθασευτές.
Γενικά πιστεύονταν ότι αυτοί έθεσαν τις βάσεις του πολιτισμού της κοινής συμβίωσης των ανθρώπων, προστατεύοντας τις πόλεις και τους πολίτες με ομόνοια και ευνομία διευκολύνοντας την ιδιωτική ζωή με τη διδασκαλία της χρήσης της φωτιάς, της κατεργασίας μετάλλων, της χρήσης του τόξου καθώς και της υπόδειξης θρεπτικών ειδών, όπως το μέλι, και άλλων τροφίμων.


πηγή: http://el.wikipedia.org/

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Πάτρικ Λη Φέρμορ

Ο  βρετανός Πάτρικ Λη Φέρμορ (1915-2011) θεωρείται ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας και μια θρυλική φυσιογνωμία που συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα.
Οι περιπλανήσεις του ξεκινούν από την ηλικία των 18 ετών, το 1933, όταν αντί να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935. Από εκεί πέρασε στην Ελλάδα, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει δεύτερη πατρίδα του.
Όταν κηρύχθηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία και κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά και στη συνέχεια, λόγω της γνώσης του των ελληνικών, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος-αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου βρέθηκε στην Κρήτη. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε δύο χρόνια στα βουνά, οργανώνοντας τον αγώνα των ανταρτών. Ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον γερμανό διοικητή, τον στρατηγό Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του, τα  οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία Μάνη, Ρούμελη, Η εποχή της δωρεάς, Ανάμεσα στα δάση και τα νερά.
Μέχρι τον θάνατό του ζούσε στη Μάνη, σ' ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του, την αξέχαστη φωτογράφο Τζόαν Λη Φέρμορ, της οποίας οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα Μάνη και Ρούμελη. Ως αναγνώριση της προσφοράς του στον χώρο των Γραμμάτων του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη από τη βασίλισσα της Αγγλίας.
Ο Πάτρικ Λι Φέρμορ (αριστερά) μαζί με ένα σύντροφό του στην Κρήτη την εποχή του Β' Παγκοσμιου Πολέμου 

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Η Σφαγή του Κατύν

Σφαγή του Κατύν ονομάζεται το έγκλημα των μαζικών εκτελέσεων χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών, αστυνομικών, διανοούμενων, πολιτικών κρατουμένων και αιχμαλώτων πολέμου, που διαπράχθηκε από τη μυστική αστυνομία Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων (γνωστότερο από τα αρχικά NKVD ως Νι-Κα-Βε-Ντε) της Ε.Σ.Σ.Δ. κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940.
    Σε απόσταση περίπου 500 χιλιόμετρα από τα σύνορα της Πολωνίας, εντός του Ρωσικού εδάφους, παρά το δάσος του Κατύν, που βρίσκεται 6,5 χλμ. από την ομώνυμη πόλη, θανατώθηκαν κατά χιλιάδες, κρατούμενοι από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Κοζέλσκ. Ομοίως και σε άλλες περιοχές, εκτελέστηκαν κρατούμενοι των στρατοπέδων του Οστασκόφ και του Στάρομπελσκ, καθώς και από φυλακές της δυτικής Λευκορωσίας και δυτικής Ουκρανίας. Το γεγονός της σφαγής επηρέασε βαθιά τις σχέσεις Πολωνίας και Σοβιετικής Ένωσης για αρκετά χρόνια. Εκτιμάται πως ο αριθμός των θυμάτων έφτασε περίπου τις 22.000. Η πρώτη δημόσια αναφορά στο γεγονός της σφαγής του Κατύν έγινε στις 11 Απριλίου του 1943 μετά από ανακοίνωση αρχών της Ναζιστικής Γερμανίας περί της ανακάλυψης ομαδικού τάφου στο Σμολένσκ.Η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη, επιρρίπτοντας τη στη Ναζιστική Γερμανία μέχρι το 1990, όταν επισήμως αναγνώρισε και καταδίκασε το έγκλημα εκ μέρους της NKVD, όπως και μεταγενέστερες προσπάθειες συγκάλυψής του. Το 2008 τα ρωσικά δικαστήρια προχώρησαν σε αποχαρακτηρισμό των σχετικών σοβιετικών αρχείων και το 2010 η Ρωσία αναγνώρισε πως η σφαγή του Κατύν διαπράχθηκε με εντολή του Ιωσήφ Στάλιν και της σοβιετικής ηγεσίας.Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας υποστηρίζει και σήμερα πως υπεύθυνη για τη σφαγή είναι η Ναζιστική Γερμανία, ενώ η Ρωσική κυβέρνηση, πέραν της αποδοχής των συμβάντων, απέφυγε να αποδεχτεί τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας ή των εγκλημάτων πολέμου για τα γεγονότα.Αν και δεν διασώζεται κανένα έγγραφο που να μαρτυρά το κίνητρο του Στάλιν για την απόφαση της μαζικής εκτέλεσης των κρατουμένων, ισχυρή θεωρείται η άποψη μεταξύ Ρώσων και Πολωνών ιστορικών πως την έλαβε, έστω εν μέρει, διότι συνιστούσαν μια ελίτ μελλοντικών ηγετών υπέρ μιας ανεξάρτητης Πολωνίας.Οι ρίζες της σφαγής του Κατύν, εκτός από τις συνέπειες του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου, μπορούν επίσης να αναζητηθούν στην κακή προϊστορία των σχέσεων Πολωνίας-Ρωσίας. Η Ρωσία είχε διαδραματίσει ρόλο στην πολιτική ιστορία της Πολωνίας από τις αρχές του 1700. Η πλειοψηφία των Πολωνών αντιμετώπιζαν τη Ρωσία ως εχθρό, ενώ από την άλλη πλευρά, για τη Ρωσία, οι Πολωνοί συνιστούσαν απειλή για την ασφάλεια της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πολύ αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης.
Λεπτομερές σχεδιάγραμμα της περιοχής του Κατύν

      Η απόφαση για την εκτέλεση των Πολωνών αιχμαλώτων πολέμου από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Οστασκόφ, Σταρομπέλσκ και του Κοζέλσκ, καθώς και από άλλες φυλακές της δυτικής Λευκορωσίας και δυτικής Ουκρανίας, λήφθηκε ουσιαστικά στις 5 Μαρτίου του 1940, όπως καταγράφεται σε έγγραφο του επικεφαλής της NKVD Λαβρέντι Μπέρια προς τον Στάλιν. Οι μαζικές εκτελέσεις έλαβαν χώρα από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940. Αρκετές πληροφορίες αντλούνται μέσα από επίσημα έγγραφα για τη μεθοδολογία των εκτελέσεων. Στις σωζόμενες αναφορές της NKVD διαφαίνεται πως οι κρατούμενοι αφήνονταν να πιστεύουν πως θα επέστρεφαν στις οικογένειές τους, προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε αντίσταση. Μετά από τον έλεγχο των κρατουμένων, κατάλογοι με τα ονόματα όσων επρόκειτο να εκτελεστούν στέλνονταν στους επικεφαλής των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απόφαση εκτέλεσης κάποιου κρατούμενου άλλαζε την τελευταία στιγμή. Δεν εκτελούνταν όσοι επιλέγονταν από τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες ή κατόπιν αιτήματος της γερμανικής πρεσβείας στη Μόσχα, Γερμανοί και Λετονοί που δε διέθεταν ενοχοποιητικά στοιχεία, πληροφοριοδότες ή άλλα πρόσωπα που κρίνονταν χρήσιμα.Οι κρατούμενοι στο Οστασκόφ μεταφέρθηκαν με τρένο στο Καλίνιν. Ο τρόπος εκτέλεσής τους δεν τεκμηριώνεται από έγγραφα της NKVD, ωστόσο αποκαλύφθηκε από τον αυτόπτη μάρτυρα Ντμίτρι Τοκάρεφ, τον Μάρτιο του 1991. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι αιχμάλωτοι χωρίζονταν σε ομάδες των 250 ατόμων και εκτελούνταν βράδυ. Συμμετείχαν περίπου τριάντα μέλη της NKVD, ενώ επικεφαλής των εκτελέσεων ήταν ο Vasili Blokhin. Οι αιχμάλωτοι του Σταρομπέλσκ μεταφέρθηκαν στο Χάρκοβο, επίσης με τρένο. Όπως προκύπτει από επίσημα έγγραφα της NKVD, μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1940, αριθμός των κρατουμένων που έφθασαν στο Χάρκοβο έφθασε τις 3.896, ενώ σε άλλη αναφορά υψηλόβαθμου αξιωματούχου (3 Μαρτίου 1959) καταγράφονται 3.820. Οι εκτιμήσεις αυτές διαφέρουν από μεταγενέστερο έλεγχο Πολωνών ερευνητών, οι οποίοι κατέληξαν σε μικρότερο αριθμό, 3.739.Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Mitrofan Syromiatnikov, οι εκτελέσεις επιθεωρούνταν από μέλη της NKVD που είχαν σταλεί από τη Μόσχα, όπως και στην περίπτωση του Οστασκόφ. Για τις εκτελέσεις των κρατουμένων στο στρατόπεδο του Κοζέλσκ δεν υπάρχει καμία αυτόπτης μαρτυρία. Οι εκσκαφές εκ μέρους της Γερμανίας που έλαβαν χώρα το 1943 αποκάλυψαν πως περίπου το 20% των θυμάτων είχαν δεμένα πίσω τα χέρια, ενώ ορισμένοι από αυτούς, όσοι πιθανώς προέβαλαν μεγαλύτερη αντίσταση, είχαν επίσης στο στόμα τους ίχνη από πριονίδια. Το σκοινί ήταν περασμένο με τέτοιο τρόπο από το λαιμό των αιχμαλώτων, ώστε το τράβηγμά του να προκαλέσει και τον πνιγμό τους.
Το 1943, η Ναζιστική Γερμανία, κατέχοντας πλέον τα σοβιετικά εδάφη στα οποία είχαν τελεστεί οι μαζικές εκτελέσεις, στην προσπάθειά της να εκμεταλλευτεί πολιτικά το γεγονός, ανακοίνωσε την ανακάλυψη ομαδικών τάφων στο δάσος του Κατύν, ως αποτέλεσμα σοβιετικών εγκλημάτων πολέμου. Η αποκάλυψη αυτή των ευρημάτων οδήγησε στο πάγωμα των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Μόσχας και της εξόριστης τότε πολωνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο.
Σχεδόν αμέσως οι Ναζί σχημάτισαν μια διεθνή δωδεκαμελή επιτροπή από γιατρούς, ιατροδικαστές και εγκληματολόγους με αντιπροσώπους από διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες (όλες σύμμαχες ή κατεχόμενες πλην της Ελβετίας) για να εξετάσει τα πτώματα.
Η Σοβιετική Ένωση έριξε την ευθύνη για τις ομαδικές θανατώσεις στο Ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας.
     Οι Σοβιετικοί βρίσκονταν στο Κατύν μέχρι τον Ιούνιο του 1941 οπότε και άρχισε η επίθεση του Χίτλερ κατά της ΕΣΣΔ. Μόλις η Σοβιετική Ένωση ανακατέλαβε την περιοχή του Κατύν το 1944, συστήθηκε επιτροπή με επικεφαλής τον ακαδημαϊκό Μπουρντένκο για να ερευνήσει το έγκλημα.
Το πόρισμα Μπουρντένκο, όπως ονομάστηκε, τοποθετούσε την ημερομηνία των εκτελέσεων τον Οκτώβριο του 1941, δηλαδή την περίοδο που την περιοχή του Κατύν είχαν καταλάβει οι Ναζί. Η ημερομηνία καθορίστηκε σύμφωνα με έγγραφα της 20ής Οκτωβρίου 1941 που βρήκαν οι ερευνητές της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στα πτώματα. Σύμφωνα με το πόρισμα στους τάφους υπήρχαν κάλυκες από σφαίρες των 7,65mm και αρκετές των 9mm. Επίσης, σε αυτές των 7,65mm υπήρχε ο κωδικός Geko. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός θυμάτων βρέθηκε με τα χέρια δεμένα με ειδικό είδος σπάγκου. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά:
  • Όπλα και σφαίρες των 7,65 mm και των 9 mm εκείνη την περίοδο δεν υπήρχαν στην ΕΣΣΔ. Υπήρχαν στη Γερμανία.
  • Η συντομογραφία Geko ανήκε στο γερμανικό εργοστάσιο παραγωγής σφαιρών Genshovik.
  • Το είδος σπάγκου με το οποίο ήταν δεμένα τα θύματα δεν παραγόταν στην ΕΣΣΔ αλλά στη Γερμανία.
 Μέλη της δωδεκαμελούς ευρωπαϊκής επιτροπής από ειδικούς, την οποία συνέστησαν οι Γερμανοί για να διερευνήσουν τα ευρήματα στους ομαδικούς τάφους, όπως ο Βούλγαρος ιατροδικαστής Μάρκοφ και ο Τσεχοσλοβάκος καθηγητής Χάγιεκ, ισχυρίζονταν ότι τα πτώματα ήταν ιατροδικαστικώς αδύνατο να είχαν θανατωθεί το 1940 και προσδιόριζαν ως χρόνο ταφής τους το χειμώνα του 1941 προς 1942,ενόσω, δηλαδή, η περιοχή βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή.
Στο ημερολόγιο του Γκαίμπελς, με εγγραφή στις 8 Μαΐου 1943, αναφέρονται τα εξής: «Εδωσα οδηγίες να γίνει η ευρύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του προπαγανδιστικού υλικού. Θα μπορέσουμε να επιζήσουμε με αυτό για μια - δυο βδομάδες......δυστυχώς στους τάφους του Κατύν βρέθηκαν γερμανικές σφαίρες... Είναι απαραίτητο αυτή η πληροφορία να παραμείνει άκρως απόρρητη. Αν ποτέ ερχόταν εν γνώσει του εχθρού, η όλη υπόθεση του Κατύν θα κατέρρεε»Και αλλού: «Υπολογίζουμε το ενδεχόμενο να πάμε την αντισοβιετική καμπάνια πολύ μακριά, αλλά αισθανόμαστε ότι δεν πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τη Γενική Συνέλευση (του ΟΗΕ) για έναν τόσο πολύτιμο προπαγανδιστικό σκοπό. Μπορούμε να αναδείξουμε τη σφαγή στο Κατύν...» (Ντοκουμέντα του US Department of State / Foreign Relations of the United States, «Σχέσεις ΗΠΑ - ΟΗΕ», τόμος ΙΙΙ, 1952-1954, σελ. 13). Στις 29 Ιουνίου του 1945, η αμερικανική εφημερίδα New York Times ανέφερε: «Η ιστορία με τους μαζικούς τάφους στο Κατύν, που προκάλεσε το παγκόσμιο αίσθημα πριν δύο χρόνια, ήταν μια προπαγανδιστική παράσταση που έστησαν οι Γκαίμπελς και Ρίμπεντροπ, ώστε να προκληθεί ρήγμα μεταξύ της Ρωσίας και των Δυτικών Συμμάχων».
Οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο των εκτελέσεων είχαν παραχθεί στη Γερμανία, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις ημερολογιακές καταχωρίσεις του Γκαίμπελς
      Αμέσως μετά την απάντηση της Σοβιετικής Ένωσης, οι κυβερνήσεις της Μ. Βρετανίας και των Η.Π.Α. υποστήριξαν την εκδοχή της Σοβιετικής Ένωσης.Στη Μ. Βρετανία και στις Η.Π.Α. επεβλήθηκε λογοκρισία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι Πολωνοί κατηγορήθηκαν για υποστήριξη της εκδοχής των Ναζί. Ωστόσο, και οι δύο κυβερνήσεις είχαν σαφείς ενδείξεις για την ενοχή της Σοβιετικής Ένωσης και πλέον θεωρούνται συνένοχες ως προς τη συγκάλυψη του εγκλήματος.
      Η εξόριστη Πολωνική κυβέρνηση στο Λονδίνο πίεζε τη Βρετανική κυβέρνηση να επιρρίψει την ευθύνη στη Σοβιετική Ένωση. Οι Βρετανοί, αν και πίστευαν ότι το Σοβιετικό Καθεστώς ήταν υπεύθυνο, διατηρούσαν αμφιβολίες ότι μπορούσε να είχε διαπράξει ένα έγκλημα τέτοιου μεγέθους. Ταυτόχρονα, ήθελαν να διατηρήσουν τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση και να κρατήσουν σε ισορροπία τις σχέσεις Πολωνίας - Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ υποστήριξε τις θέσεις του Ιωσήφ Στάλιν και στις 24 Απριλίου του 1943 τον διαβεβαίωσε ότι θα ήταν κατά οποιασδήποτε έρευνας του Ερυθρού Σταυρού.Ακολούθησε την ίδια στάση με τη Σοβιετική Ένωση, θεωρώντας απάτη τις έρευνες επί γερμανικού εδάφους.Στις 27 Απριλίου έστειλε τηλεγράφημα στον Στάλιν στο οποίο δήλωνε ότι θα επέβαλε πειθαρχία στην Πολωνική κυβέρνηση και θα σταματούσε τις επιθέσεις του Πολωνικού Τύπου στην κυβέρνηση του Σικόρσκι.
Στη δίκη της Νυρεμβέργης το Κατύν αναφέρθηκε μόνο στο κατηγορητήριο. Αναφερόμενος αργότερα στα γεγονότα της δίκης ο Ουίνστον Τσώρτσιλ έγραψε ότι οι νικήτριες δυνάμεις τις οποίες αφορούσε η σφαγή του Κατύν θεώρησαν ότι έπρεπε να αποφύγουν το θέμα και το Κατύν δεν εξετάστηκε ποτέ επιμελώς.
Κατάθεση στεφάνων στο μνημείο που έχει στηθει στο τόπο των εκτελεσεων απο πολωνική και ουκρανική αντιπροσωπεία
Αυτή η βρετανική στάση διατηρήθηκε για αρκετές δεκαετίες μέχρι την πτώση του Σοβιετικού Καθεστώτος και πλέον θεωρείται από ιστορικούς συγκάλυψη της σφαγής του Κατύν.
Ο αριθμός των θυμάτων, κατά ρωσική δικαστική απόφαση του 2005, ανήλθε στους 1.803 εκτελεσθέντες, ενώ ο συνολικό αριθμός εκτιμάται γενικά στις 22.000, από τους οποίους οι 8.000 αξιωματικοί.Τα θύματα θανατώθηκαν στο δάσος Κατύν στη Ρωσία, στις φυλακές Καλίνιν (στο Τβερ) και Χάρκοβο και σε διάφορα άλλα μέρη. Οι Πολωνοί αξιωματικοί είχαν αιχμαλωτιστεί κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εισβολής στην Πολωνία το 1939, ενώ οι υπόλοιποι, επίσης Πολωνοί υπήκοοι, αιχμαλωτίσθηκαν με τις κατηγορίες ότι υπήρξαν πράκτορες, πολιτοφύλακες, δολιοφθορείς, μεγαλογαιοκτήμονες, εργοστασιάρχες, ιερείς και αξιωματούχοι. Πολλοί από τους αυτούς ήταν εξέχοντα μέλη της εβραϊκής, ουκρανικής, γεωργιανής και λευκορωσικής κοινότητας της Πολωνίας.
Η σφαγή του Κατύν αναφέρεται στην μαζική θανάτωση Πολωνών υπηκόων, που διαπράχθηκε όχι μόνο στο δάσος του Κατύν, αλλά και σε άλλες τοποθεσίες της σοβιετικής επικράτειας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κάτω από τις διαταγές του Ιωσήφ Στάλιν, βάσει πρότασης του σοβιετικού Υπουργείου Εσωτερικών
.
Το 2010, η ρωσική Κάτω Βουλή (Δούμα) εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο επιρρίπτει την ευθύνη της διαταγής για τη σφαγή στο Κατύν, στον ίδιο τον Στάλιν και σε άλλους Ρώσους αξιωματούχους.

πηγη: http://el.wikipedia.org

Το θωρηκτό Bismarck

Το γερμανικό θωρηκτό Bismarck ήταν ένα από τα πιο διάσημα πολεμικά πλοία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Ονομάστηκε έτσι προς τιμή του καγκελάριου Otto von Bismarck και ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο κατά την εποχή της καθέλκυσής του. Είχε εκτόπισμα 51.000 τόνων με πλήρη φορτίο, μήκος 251 μέτρα, μέγιστο πλάτος 36 μέτρα και πλήρωμα 2.100 ανδρών.
Ωστόσο η καριέρα του κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σύντομη. Κατά τη πορεία του σε αποστολή καταστροφής κομβόι μαζί με το καταδρομικό Prinz Eugen, συνάντησαν το Βρετανικό ναυτικό κοντά στη Δανία. Κατά τη διάρκεια της εμπλοκής, η ναυαρχίδα του Βρετανικού στόλου HMS Hood, βυθίστηκε από τα Γερμανικά πλοία. Ο Τσώρτσιλ τότε διέταξε το κυνήγι και την καταστροφή του Bismarck.
Λίγες μέρες αργότερα, το Bismarck εντοπίστηκε στο Βόρειο Ατλαντικό και αεροπλάνα τύπου Swordfish που απογειώθηκαν από το βρετανικό αεροπλανοφόρο HMS Ark Royal, κατάφεραν να το τορπιλίσουν και να το ακινητοποιήσουν. Μετά από λίγες ώρες του επιτέθηκαν και άλλα πλοία του Βρετανικού στόλου που έφτασαν εκεί. Το Μπίσμαρκ βυθίστηκε το πρωί της 27ης Μαΐου του 1941, ενώ 1995 από τους 2200 άνδρες του χάθηκαν στα νερά του Βόρειου Ατλαντικού.

πηγη: www.ww2.gr