Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Τάλως

Ο Τάλως ήταν μυθικός φύλακας της Κρήτης. Ήταν γιγάντιος, ανθρωπόμορφος και με σώμα από χαλκό. Σχετικά με την προέλευσή του, υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Η πιο γνωστή, από τον Απολλόδωρο, λέει πως τον κατασκεύασε ο θεός Ήφαιστος και τον χάρισε στο βασιλιά Μίνωα για να φυλάει την Κρήτη. Ο Πλάτωνας τον θεωρεί υπαρκτό πρόσωπο, αδελφό του Ροδάμανθυ. Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος αναφέρει ότι ήταν δώρο του Δία στην Ευρώπη, η οποία μετά τον χάρισε στο γιο της Μίνωα. Μεταγενέστερα ο Ι. Κακριδής, βασιζόμενος στο ότι ο Ησύχιος γράφει πως ταλῶς σήμαινε ήλιος (ενώ Ταλαιός είναι το όνομα του Δία) στην Κρήτη και με βάση και άλλα στοιχεία, εκφράζει την άποψη ότι ήταν ηλιακή θεότητα που αργότερα μεταπλάστηκε σε ήρωα.
  Ο Τάλως κατά τον Πλάτωνα ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να επιτηρεί την εφαρμογή των νόμων στην Κρήτη, κουβαλώντας τους μαζί του γραμμένους σε χάλκινες πλάκες. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ότι ήταν άγρυπνος φύλακας της Κρήτης που γύριζε τις ακτές του νησιού τρεις φορές τη μέρα.Κατά άλλους ήταν φτερωτός και το καθήκον αυτό το εκτελούσε πετώντας. Κρατούσε σε απόσταση τα άγνωστα πλοία που πλησίαζαν την Κρήτη πετώντας τους τεράστιες πέτρες. Αν οι άγνωστοι είχαν ήδη αποβιβαστεί, τους έκαιγε με την ανάσα του ή πυράκτωνε το χάλκινο σώμα του σε κάποια φωτιά, τους αγκάλιαζε σφιχτά πάνω του κι έτσι τους έκαιγε.
Το τέλος του Τάλω ήρθε όταν συναντήθηκε με τους Αργοναύτες που γύριζαν από την Κολχίδα
Θέλοντας να δέσουν οι Αργοναύτες στο νησί αντιμετώπισαν τον γίγαντα που τους κρατούσε σε απόσταση. Τότε η Μήδεια, που ταξίδευε μαζί τους, μάγεψε με τα λόγια της τον Τάλω, υποσχόμενή του αθανασία, κι έτσι μπόρεσε ο Ιάσωνας να του αφαιρέσει το καρφί στη φτέρνα του που έκλεινε τη μια και μοναδική φλέβα που διέτρεχε όλο το κορμί του και περιείχε ιχώρα, θανατώνοντάς τον. Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι τον σκότωσε ο πατέρας του Φιλοκτήτη Ποίας, χτυπώντας τον με βέλος στο ίδιο μοναδικό αδύνατο σημείο του.

Πολύφημος

Τεράστιος και τερατόμορφος Κύκλωπας, γιος του Ποσειδώνα και πατέρας ή μεγαλύτερος αδερφός των άλλων Κυκλώπων. Χαρακτηριζόταν από το μοναδικό, μεγάλο και ολοστρόγγυλο μάτι που είχε στη μέση του μετώπου. Ζούσε στις ακτές της Σικελίας, στους πρόποδες της Αίτνας, βόσκοντας τα κοπάδια του ή κυνηγώντας στα δάση. Ακόμα ήταν ανθρωποφάγος. Ριγμένος από την άγρια τρικυμία σ` εκείνες τις ακτές, ο Οδυσσέας μπήκε από περιέργεια μαζί με 12 συντρόφους του στη σπηλιά του Κύκλωπα, όπου γυρίζοντας μαζί με το κοπάδι του ο Πολύφημος τους συνέλαβε και αμέσως καταβρόχθισε αρκετούς απ` αυτούς. Ο Οδυσσέας και οι άλλοι θα είχαν την ίδια τύχη, αλλά το μυαλό του πολυμήχανου βασιλιά της Ιθάκης δούλεψε γρήγορα. Ξεγέλασε τον Πολύφημο με ιστορίες από τον Τρωικό πόλεμο και ποτίζοντάς τον με γλυκό κρασί τον μέθυσε και τον αποκοίμισε. Ύστερα, με τη βοήθεια των συντρόφων του, πήρε ένα μεγάλο ξύλινο ραβδί, έκανε μυτερή την άκρη του πυρακτώνοντάς την και τον τύφλωσε.Στις γοερές κραυγές του έτρεξαν οι άλλοι Κύκλωπες, οι οποίοι ακούγοντας από τον Π. πως τον τύφλωσε ο "Κανείς", έφυγαν θεωρώντας τον τρελό και αφήνοντας έτσι ανενόχλητο τον Οδυσσέα. Αποκλεισμένοι ακόμα στη σπηλιά, που το άνοιγμά της έφραζε τεράστιος βράχος που μόλις θα μπορούσαν 100 άνδρες να μετακινήσουν, περίμεναν ώσπου ο Π. αναγκάστηκε να αφήσει τα πρόβατά του να βγουν για να βοσκήσουν. Και τότε, όπως ο Π. άφηνε τα πρόβατα να βγουν ένα-ένα περνώντας κάτω από τα σκέλη του, ξέφυγαν από την προσοχή του κρεμασμένοι κάτω από τις κοιλιές των προβάτων.
Κατά τον Όμηρο, ο Κύκλωπας Πολύφημος κατοικούσε στα παράλια της Σικελίας, όπου και εξώκειλε το πλοίο του Οδυσσέα.


 http://www.livepedia.gr/index.php/Livepedia












Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Το λιοντάρι της Νεμέας

Στην ελληνική μυθολογία, ο λέων της Νεμέας ήταν ένα λιοντάρι που ζούσε στην περιοχή της Νεμέας και σκόρπιζε το φόβο. Ήταν απόγονος του Τυφώνος και της Έχιδνας ή του Όρθρου και της Χίμαιρας. Υπάρχει ακόμα η άποψη ότι έπεσε από τη Σελήνη και ήταν απόγονος του Δία και της Σελήνης. Το θηρίο αυτό σκοτώθηκε τελικά από τον Ηρακλή.
Η θανάτωση του Λέοντος και η εκδορά του ήταν ο πρώτος άθλος που ανατέθηκε στον Ηρακλή από τον Ευρυσθέα.
Ο Λέων είχε πολύ σκληρό δέρμα, το οποίο δεν μπορούσε να τρυπηθεί από όπλο. Η Ηρακλής χρησιμοποίησε στην αρχή το τόξο και το σπαθί του, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικά πάλεψε ο ίδιος με γυμνά χέρια με το θηρίο και το έπνιξε. Στη συνέχεια προσπάθησε να το γδάρει, αλλά και αυτό στάθηκε αδύνατο. Η Θεά Αθηνά του συνέστησε να χρησιμοποιήσει τα δόντια του ίδιου του ζώου, όπως και έκανε ο Ηρακλής, καταφέρνοντας τελικά να του πάρει το δέρμα.
Ο ήρωας φόρεσε την «λεοντή» (δέρμα, τομάρι λέοντος) και πήγε στον Ευρυσθέα να του πει ότι εκτέλεσε την πρώτη αποστολή του. Μόλις τον είδε να μπαίνει ο Ευρυσθέας τρομοκρατήθηκε, νομίζοντας ότι επρόκειτο για το ίδιο το Λιοντάρι, και κρύφτηκε σε ένα πιθάρι. Ο Ηρακλής κράτησε την λεοντή και τη φορούσε πάντα στο εξής σαν πανοπλία.
Το νεκρό σώμα του Λέοντος μεταφέρθηκε από τους Θεούς στον ουρανό και σχημάτισε τον Αστερισμό του Λέοντα.

Κερβερος

Στην Ελληνική μυθολογία, ο Κέρβερος αντιπροσωπεύει τον φύλακα του Άδη και έχει συνήθως την μορφή ενός σκύλου συνηθέστερα με τρία κεφάλια και με ουρά που απόληγε σε κεφαλή δράκου.
Στη Θεογονία αναφέρεται «Κέρβερος ωμηστής Αΐδεω κύων χαλκεόφωνος πεντηκοντακέφαλος», (= Κέρβερος άγριος σκύλος του Άδη, με ηχηρή φωνή και 50 κεφάλια), ενώ ο Όμηρος γνωρίζει μεν το σκύλο αυτό αλλά όχι το όνομά του. Σύμφωνα με τον Αισχύλο, γεννήθηκε από την ένωση δυο τεράτων, του Γίγαντα Τυφώνα και της Έχιδνας και ήταν αδελφός του Όρθου (παραπλήσιου μυθικού άγριου σκύλου) καθώς και της Λερναίας Ύδρας. Η παρουσία του εξασφαλίζει την παραμονή των νεκρών στον Κάτω Κόσμο αλλά και την αδυναμία των ζωντανών να εισέλθουν σε αυτόν. Οι αρχαίοι συγγραφείς περιγράφουν συχνά τον Κέρβερο με διαφορετικό τρόπο. Υπάρχουν εκδοχές που τον εμφανίζουν ως ένα συνηθισμένο σκύλο, αλλά και με πόδια λιονταριού, ουρά ερπετού ή φίδια σε όλο του το σώμα.
Χαρακτηριστικές αναφορές στον Κέρβερο υπάρχουν:
Ο Ηρακλής αιχμαλωτίζει τον Κέρβερο
  • Στους άθλους του Ηρακλή: πρόκειται για τον δωδέκατο άθλο, κατά τον οποίο ο Ηρακλής, χρησιμοποιώντας μόνο τη δύναμη των χεριών του, αιχμαλώτισε και μετέφερε τον Κέρβερο στον Ευρυσθέα, ο οποίος όμως από τον φόβο του τον έστειλε πίσω στον Άδη.
  • Στη Ρωμαϊκή μυθολογία και τον μύθο του ήρωα Αινεία.
  • Στη Θεία Κωμωδία του Δάντη, στον τρίτο κύκλο της Κόλασης (ωδή στ΄).
Επίσης εκτός από τον Ηρακλή τον Κέρβερο επεχείρησαν να συλλάβουν και να απαγάγουν ο Πειρίθους και ο Θησέας που όμως απέτυχαν. Μόνο ο Ορφέας κατάφερε με τους ήχους της μαγικής λύρας του να τον εξημερώσει έτσι ώστε να τον αφήσει να παραλάβει την Ευρυδίκη από τον Άδη.

ΧΙΜΑΙΡΑ

Στην Ελληνική μυθολογία αναφέρεται η Χίμαιρα ως ένα φοβερό τέρας που εξέπνεε φωτιά, είχε σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού, και ουρά του κατέληγε σε φίδι. Σύμφωνα με άλλες περιγραφές, είχε περισσότερα από ένα κεφάλια, συνηθέστερα τρικέφαλος (κεφαλή λέοντα, κατσίκας και δράκοντα).
Kατά τον Ησίοδο η Χίμαιρα ήταν κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας. Η Χίμαιρα ενώθηκε με τον Όρθρο και απόγονοί τους ήταν το Λιοντάρι της Νεμέας και η Σφίγγα. Το τέρας αυτό φέρονταν να το εξέτρεφε ο βασιλιάς της Καρίας Αμισόδωρος.
Τελικά φονεύτηκε από τον Βελλερεφόντη, που ίππευε ένα ιπτάμενο άλογο, τον Πήγασο, στη Καρία, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Υπάρχουν περισσότερες από μία περιγραφές σχετικά με τον τρόπο που έγινε αυτό. Σύμφωνα με μία, ο Βελλερεφόντης απλώς την χτύπησε με το ακόντιό του. Σύμφωνα με μία άλλη, χρησιμοποίησε μολύβι, το οποίο έλιωσε από την καυτή της ανάσα και την σκότωσε.
Αλλά και για κατοικία του ζώου αυτού αναφέρονται πολλές περιοχές όπως η Φρυγία, οι Ινδίες, ακόμη και η Λιβύη. Επισημότερες όμως φέρονται η αρχαία Κόρινθος και η Σικυώνα που παράσταση αυτής έφεραν τα νομίσματά τους αλλά και οι ασπίδες των οπλιτών τους. Παρόμοιες απεικονίσεις σε ασπίδες έφεραν και οι οπλίτες της Κυζίκου και της Ζελείας.
Οι μύθοι της Χίμαιρας βρίσκονται, στην Αινειάδα του Βιργίλιου, στην Ιλιάδα (Ζ' 179-182), του Ομήρου, στη Θεογονία του Ησίοδου κ.α.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Ξενοφών

Ο Ξενοφών (περ. 427 π.Χ.-355 π.Χ.) Αθηναίος ιστορικός και φιλόσοφος υπήρξε στρατιώτης, μισθοφόρος και μαθητής του Σωκράτη και περισσότερο γνωστός για τα έργα του σχετικά με την ιστορία του καιρού του, τα έργα του Σωκράτη, και τη ζωή του στην Ελλάδα. Ήταν γιός του Γρύλλου και της Διοδώρας.
Η Οικογένειά του ανήκε στο δήμο των Ερχιέων, λίαν εύπορη αφού ανήκε στη τάξη των ιππέων. Οι περί του έτους γέννησής του πληροφορίες είναι ασαφείς τοποθετούμενες μεταξύ του 440 και του 425 π.Χ. Όμως στη "Ανάβαση" παρουσιάζεται να έχει υπερβεί το 30ο έτος, γεγονός που δικαιολογεί την εκδοχή να έχει γεννηθεί το 431 π.Χ.
 Το 401 π.Χ. ο Ξενοφών καλείται από τον φίλο του Πράξενο (τον Βοιώτιο) που διέτριβε στις Σάρδεις αν θέλει να μετάσχει στην εκστρατεία του Πέρση βασιλόπαιδος Κύρου εναντίον του αδελφού αυτού Βασιλέως Αρταξέρξη Β'. Ο ενθουσιασμός του Ξενοφώντα στην ανταπόκριση της πρόσκλησης φάνηκε από το γεγονός ότι σε προτροπή του Σωκράτη να πάρει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών καταφέρνει να αποσπάσει θετική απάντηση με πλάγια όμως ερώτηση που ήταν "Σε ποιόν Θεό θα πρέπει να κάνει θυσία ώστε να πετύχει το ταξίδι του και να επιστρέψει σώος; (αντί της ορθής ερώτησης να πάει ή όχι). Και βέβαια η σοφία του Μαντείου δια του Απόλλωνα που αντιλήφθηκε το σκοπό, του απάντησε όλους εκείνους τους θεούς επ΄ αγαθώ και μη (ακριβώς αυτό που μέχρι σήμερα λέμε "για καλό και για κακό").
Έτσι ο Ξενοφών βρέθηκε στην Ασία παρά το πλευρό του Κύρου τον οποίο και άρχισε να θαυμάζει, από τον θαυμασμό που έτρεφε πρώτα εκείνος για τους Έλληνες. Συγκεκριμένα έλεγε ο Κύρος ότι "θέλει τους Έλληνες συμμάχους του όχι γιατί δεν είχε στρατό αλλά γιατί τους θεωρούσε ανώτερους από όλους τους άλλους λαούς" (Κύρ. Αναβ. Ι 7,3). Ακόμη ευδαιμονούσε τους Έλληνες για την μόνιμη κυριαρχούσα ελευθερία τους, που εκείνος θα προτιμούσε αντί πάντων, και που θεωρούσε ως προϊόν αυτής της ελευθερίας την πολεμική και ηθική των Ελλήνων υπεροχή. Αυτός ήταν και ο λόγος που ουδέποτε οι Πέρσες έκαναν πόλεμο είτε μεταξύ τους είτε ακόμη και με τους Έλληνες χωρίς τη παρουσία επίσης Ελλήνων (Κυρ. Παιδ VIII 8,26). Δεν είναι γνωστό με τι βαθμό η αξίωμα ο Ξενοφών συμμετείχε στο Περσικό στρατό και στην αυλή του Κύρου, το σίγουρο είναι ότι ήταν συνδαιτυμόνας του και εκ των στενότερων συνομιλητών του.
Η πορεία του Ξενοφωντα
Οπωσδήποτε όμως, μετά τον φόνο του φίλου του, Κύρου, στη παρά τα Κούναξα μάχη και την δολία εξόντωση των Ελλήνων στρατηγών από τον Τισσαφέρνη και εκλεγείς υπό των "μυρίων" (=10.000) Ελλήνων μισθοφόρων, στρατηγός (5ος κατά σειρά), οδήγησε αυτούς επιτυχώς αντιμετωπίζοντας πολλούς κινδύνους από τα υψώματα της Αρμενίας προς την Τραπεζούντα στις ακτές του Ευξείνου Πόντου και μετά έπλευσαν προς τα δυτικά πίσω στην Ελλάδα. Στη Θράκη, βοήθησαν το Σεύθη Β να γίνει βασιλιάς. Η καταγραφή της εκστρατείας και του ταξιδιού της επιστροφής από τον Ξενοφώντα επιγράφηκε Κύρου Ανάβασις.
Η ιστορική καταγραφή του Ξενοφώντα στην Ανάβαση είναι ένα από τα πρώτα γραπτά κείμενα ανάλυσης των χαρακτήρων ενός ηγέτου και παράδειγμα ανάλυσης τύπου ηγεσίας, που καλείται σήμερα θεωρία «Μεγάλων Ανδρών». Στην καταγραφή, ο Ξενοφών περιέγραψε το χαρακτήρα του Κύρου του νεότερου, λέγοντας ότι “από όλους του Πέρσες που έζησαν μετά τον Κύρο το Μέγα, ήταν ο πιο κατάλληλος για βασιλιάς και για μια αυτοκρατορία (σελ. 91).” Το κεφάλαιο 6 συνιστάται για ανάγνωση διότι περιγράφει τους χαρακτήρες πέντε ηττημένων στρατηγών που παραδόθηκαν στον εχθρό. Ο Κλέαρχος παρατίθεται ότι πίστευε ότι «ένας στρατιώτης θα πρέπει να φοβάται περισσότερο τον ίδιο το διοικητή του από τον εχθρό (σελ. 131).» Ο Μένων περιγράφεται ως άνδρας του οποίου η κυρίαρχη φιλοδοξία ήταν να γίνει πλούσιος (σελ. 133). Ο Αγίας ο Αρκάς και ο Σωκράτης ο Αχαιός αναφέρονται για το θάρρος τους και τον υπολογισμό των φίλων τους.
Ο Ξενοφών αργότερα εξορίστηκε από την Αθήνα, πιθανώς διότι πολέμησε υπό το Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο εναντίον των Αθηνών στην Κορώνεια. (Είναι πιθανό ωστόσο ότι είχε ήδη εξοριστεί λόγω του συνδέσμου του με τον Κύρο.) Οι Σπαρτιάτες του έδωσαν περιουσία στη Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία στην Ηλίδα, όπου συνέγραψε την Ανάβαση. Ο γιος του πολέμησε για την Αθήνα στη Μαντίνεια, ενώ ο Ξενοφών ακόμη ζούσε, έτσι η εξορία του ανεκλήθη. Ο Ξενοφών πέθανε στην Κόρινθο, ή ίσως στην Αθήνα, και η ημερομηνία θανάτου του είναι αβέβαιη. Είναι γνωστό ότι έσωσε τον προστάτη του Αγησίλαο, για τον οποίο έγραψε ένα εγκώμιο.
Ο Διογένης Λαέρτιος ονόμαζε τον Ξενοφώντα "Αττική Μούσα" λόγω της γλυκύτητας της γραφής του, λίγοι ποιητές έγραψαν στην Αττική διάλεκτο.
Τα έργα του Ξενοφώντος, ιδιαιτέρως η Κύρου Ανάβασις, συχνά διαβάζονται από αρχαρίους στην Ελληνική γλώσσα. Τα Ελληνικά είναι μία κύρια πηγή γεγονότων στην Ελλάδα από το 411 ως το 404 π.Χ., και των Σωκρατικών έργων, που διατηρήθηκαν καθ' ολοκληρία, είναι οι μόνοι εναπομείναντες αντιπρόσωποι των Σωκρατικών λόγων εκτός των διαλόγων του Πλάτωνος.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Erwin Rommel

Ο Έρβιν Γιόχαν Όιγκεν Ρόμ(μ)ελ (Erwin Johann Eugen Rommel) ήταν Στρατάρχης του Γ΄ Ράιχ και ένας από τους ικανότερους στρατιωτικούς ηγέτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τις ικανότητές του αυτές, του είχε αποδοθεί το προσωνύμιο «Αλεπού της Ερήμου».
Ο Ρόμμελ γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891 στο Χέντενχάιμ (Heidenheim an der Brenz) κοντά στο Ουλμ, στο κρατίδιο της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία. Ο πατέρας του, που λεγόταν επίσης Έρβιν, ήταν Διευθυντής στο τοπικό Γυμνάσιο, και η μητέρα του Χελένε γόνος τοπικής πλούσιας οικογένειας. Το ζεύγος είχε επίσης άλλα τρία παιδιά, τον Καρλ, τον Γκέρχαρντ και την Χελένε.Αρχικά είχε εκφράσει την επιθυμία να σπουδάσει μηχανικός, ο πατέρας του, όμως, τον έπεισε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Ο νεαρός Έρβιν εγγράφεται στη Σχολή Ευελπίδων του Ντάντσιχ (Danzig) to 1910. Tο 1911 γνωρίζει μια κοπέλα, την Λουσί Μαρία Μολίν {Lucie Maria Mollin), την οποία ερωτεύεται και νυμφεύεται το 1916. Ο Έρβιν αγαπούσε πολύ τη σύζυγό του, όπως μαρτυρούν οι επιστολές που της έστελνε κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών αποστολών του (και ειδικότερα στο Β΄ Παγκ. Πόλεμο) και χαϊδευτικά την αποκαλούσε «Λου».
Απέκτησαν ένα γιο, τον Μάνφρεντ (1928), μετέπειτα δήμαρχο της Στουτγκάρδης.Το 1912 τελειώνει τις σπουδές του και τοποθετείται στο 124ο Σύνταγμα του Γερμανικού Στρατού με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Σώμα των Αλπινιστών (Alpen Korps) και παίρνει μέρος σε πολλές μάχες στην Ιταλία, στη Ρουμανία και στη Γαλλία. Τραυματίζεται τρεις φορές, ωστόσο με την αποθεραπεία του επιστρέφει στο μέτωπο. Τότε παρασημοφορήθηκε με τον Σιδηρό Σταυρό Πρώτης Τάξεως.Η πρώτη μεγάλη ένδειξη της στρατιωτικής του μεγαλοφυΐας παρέχεται στη Μάχη του Καπορέττο στις 26 Οκτωβρίου του 1917, όπου κατανικώντας τους Ιταλούς με έφοδο διοικώντας μόλις 200 Γερμανούς, συλλαμβάνει αιχμαλώτους 150 αξιωματικούς και 9.000 στρατιώτες και κυριεύει 81 πυροβόλα της φρουράς του Λονγκαρόνε. Για το κατόρθωμά του αυτό, παίρνει το παράσημο "Pour le merite" (ύψιστη τιμητική διάκριση της Πρωσσίας).Μετά τον πόλεμο, παρέμεινε στις τάξεις της συρρικνωμένης Ράιχσβερ, και κατά τη δεκαετία του 1920 υπηρετεί σε διάφορα συντάγματα του γερμανικού στρατού. Το 1929 τοποθετείται εκπαιδευτής της Σχολής Πεζικού (έχοντας το βαθμό του Λοχαγού) στη Δρέσδη, όπου παραμένει μέχρι το 1933.
Στη συνέχεια αναλαμβάνει καθήκοντα στη Σχολή Πολέμου του Πότσδαμ (Potsdam) από το 1935 μέχρι το 1937. Το 1937 εκδίδει το ημερολόγιο που κρατούσε κατά τη δράση του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον τίτλο "Infanterie greift an" (Το Πεζικό Επιτίθεται), το οποίο και γίνεται χρηστικό εγχειρίδιο της εποχής. Με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, ο Ρόμελ γοητεύεται από τις προοπτικές που ανοίγει για τη Γερμανία ο νέος ηγέτης. Ο Χίτλερ, έχοντας διαβάσει το βιβλίο του Ρόμελ, τον τοποθετεί υπεύθυνο της προσωπικής του ασφάλειας, όταν ο Χίτλερ επισκέπτεται τη Σουδητία (Sudetenland) το 1938 και την Πράγα το 1939 μετά την ολοκληρωτική προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας από το Ράιχ. Ωστόσο, ο Ρόμελ ουδέποτε υπήρξε οπαδός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και, φυσικά, ούτε έγινε ποτέ μέλος του. Ο Ρόμελ μετατίθεται στη Σχολή Πολέμου του Βίνερ - Νόισταντ (Wiener-Neustadt), όπου παραμένει μέχρι το 1938 ξεκινώντας τη συγγραφή του δεύτερου βιβλίου του, με τίτλο "Panzer greift an" (Τα Τεθωρακισμένα Επιτίθενται).
Στην εκστρατεία εναντίον της Πολωνίας δεν είχε άμεση συμμετοχή, καθώς ήταν επικεφαλής της φρουράς του στρατηγείου του Χίτλερ. Το 1940, έχοντας πλέον το βαθμό του Υποστράτηγου, συμμετέχει στην επίθεση εναντίον της Γαλλίας (και αφού έχει προηγηθεί επεισόδιο με τον Χίτλερ), ως Διοικητής της 7ης Μεραρχίας Θωρακισμένων (7 Panzerdivision). Όπως και ο συνάδελφός του (και υφιστάμενος του, Χάιντς Γκουντέριαν, ο Ρόμελ είναι οπαδός του κεραυνοβόλου πολέμου (Blitzkrieg) και εκπληρώνει λαμπρά την αποστολή που του έχει ανατεθεί: Η μονάδα του είναι η πρώτη που φθάνει στη Μάγχη και στις 19 Δεκεμβρίου καταλαμβάνει το Χερβούργο, σημαντικό λιμάνι της Γαλλίας. Η δράση του στην εισβολή στη Γαλλία χάρισε στον ίδιο και στην μεραρχία του την ονομασία «Μεραρχία Φάντασμα», λόγω της αστραπιαίας δράσης της μεραρχίας. Στην Γαλλία αιχμαλώτισε 100.000 άνδρες των Συμμάχων και κατέστρεψε 450 άρματα μάχης, ενώ η Μεραρχία του έχασε μόνο 2.500 άνδρες και μόλις 40 άρματα μάχης. Για τις επιτυχίες του, του απονεμήθηκε ο Σταυρός των Ιπποτών και ο βαθμός του Αντιστράτηγου.
Το 1941 του ανατίθεται η διοίκηση της 15ης Μεραρχίας Πάντσερ και της 5ης Ελαφράς Μεραρχίας. Αυτές θα αποτελέσουν τον πυρήνα του γνωστού ως "Afrika Korps" («Σώμα της Αφρικής») γερμανικού εκστρατευτικού σώματος στη Βόρεια Αφρική. Βασική του αποστολή είναι να βοηθήσει τον ιταλικό στρατό, ο οποίος, έχοντας πολύ κακό οπλισμό, ατάλαντους ηγέτες και χαμηλό ηθικό, έχει υποστεί σχεδόν συντριβή από τις Βρετανικές δυνάμεις. Ο Ρόμελ, με πολύ κατώτερες αριθμητικά δυνάμεις, ανατρέπει ολοκληρωτικά το σκηνικό. Στις μάχες αυτές χρησιμοποιεί πολλά τεχνάσματα: διατάζει ψευδείς υποχωρήσεις που οδηγούν σε παγίδες, τοποθετεί παλιούς κινητήρες αεροσκαφών σε φορτηγά με σκοπό να σηκώνουν σκόνη για να δείχνουν υπέρτερες οι δυνάμεις του, μετακινεί φορτηγά προς κάποια κατεύθυνση για να επισημανθούν από την αεροπορία και το βράδυ αυτά γυρίζουν στη βάση τους, δημιουργεί ξύλινα ομοιώματα τανκς για την παραπλάνηση των αεροπλάνων αναφοράς του εχθρού όσον αφορά τις δυνάμεις του στρατού του, κατα τη διάρκεια των μαχών στείνει ψεύτικα πυροβόλα για τον αποπροσανατολισμό του εχθρού κτλ.. Οι Βρετανικές δυνάμεις πέφτουν συχνά στις "παγίδες" αυτές, που επάξια του χαρίζουν το προσωνύμιο «αλεπού της ερήμου».
Τον Φεβρουάριο του 1941 συλλαμβάνει αιχμαλώτους δυο Βρετανούς στρατηγούς και προάγεται σε Στρατηγό από τη γερμανική διοίκηση. Επίσης, καταφέρνει να εκδιώξει τις βρετανικές δυνάμεις από τη Λιβύη και να τις απωθήσει στην Αίγυπτο. Περικυκλώνει το Τομπρούκ, το σημαντικότερο λιμάνι της Κυρηναϊκής, και το πολιορκεί. Οι Βρετανοί οργανώνουν τρεις επιχειρήσεις για την διάσωσή του. Οι πρώτες δύο, οι επιχειρήσεις "Brevity" και "Battleaxe", αποτυγχάνουν. Η τρίτη, η λεγόμενη επιχείρηση «Σταυροφόρος» (Crusader), αρχικά επιτυγχάνει και ο Ρόμελ οπισθοχωρεί μέχρι την κωμόπολη της Ελ Αγκέιλα (7 Δεκεμβρίου 1941). Έχοντας πάρει θάρρος, οι βρετανικές δυνάμεις τον καταδιώκουν, αλλά στις 20 Ιανουαρίου ο Ρόμελ εξαπολύει σφοδρή αντεπίθεση προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. Οι Σύμμαχοι φθάνουν στο Τομπρούκ και κλείνονται εκεί προετοιμαζόμενοι για πολιορκία. Στις 24 Μαΐου, όμως, ο Ρόμελ επιτίθεται ξανά και πλευροκοπεί τις συμμαχικές δυνάμεις στη Γκαζάλα και το Μπιρ Χακίμ, εξαναγκάζοντάς τις σε υποχώρηση. Εγκαταλείπουν, έτσι, το Τομπρούκ, που ο Ρόμελ καταλαμβάνει στις 6 Ιουνίου του 1942, αναγκάζοντας τους 33.000 υπερασπιστές του να παραδοθούν.
Η νίκη αυτή του εξασφαλίζει τη στραταρχική του ράβδο, δηλαδή την προαγωγή του στον ανώτατο δυνατό βαθμό του Στρατάρχη. Παράλληλα, κάνει τον Ουίνστον Τσώρτσιλ να αναφωνήσει «Δε θα βρούμε ποτέ ένα στρατηγό ικανό να κερδίσει μια μάχη;».Ο Ρόμελ καταδιώκει τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες τον σταματούν στο Ελ Αλαμέιν, γιατί αυτός δεν έχει τα μέσα να προχωρήσει. Το Σεπτέμβριο εγκαταλείπει την Αφρική, καταφεύγοντας στο Ζέμμερινγκ γιατί έχει παρουσιάσει σοβαρά συμπτώματα ασθένειας: υψηλή πίεση, εντερικό κατάρρου, ηπατοπάθεια. Επιστρέφει εσπευσμένα μετά τη δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν, όπου οι συμμαχικές δυνάμεις νικούν το Άφρικα Κορπς. Ο Ρόμελ διευθύνει τη σταδιακή υποχώρηση του στρατού του μέσω της Λιβύης προς την Τυνησία, παρά τις αντίθετες εντολές του Χίτλερ, ο οποίος επιμένει σε στατική άμυνα μέχρις εσχάτων. Σε αυτό το σημείο αρχίζει και η μεταστροφή του Ρόμελ: από πιστός και ένθερμος οπαδός του Φύρερ, αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του στον Χίτλερ.Η κατάσταση σε όλα τα μέτωπα αρχίζει να ανατρέπεται, καθώς μεγάλες γερμανικές δυνάμεις έχουν εμπλακεί στο μέτωπο της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ τον Νοέμβριο του 1943, αποβιβάζονται στην Αλγερία και το Μαρόκο οι πρώτες Αμερικανικές δυνάμεις. Στη μάχη του περάσματος Κασσερίν, ο Ρόμμελ καταφέρνει να επιφέρει μεγάλες απώλειες στο 2ο Σώμα των ΗΠΑ και να σταθεροποιήσει τις θέσεις του. Το Άφρικα Κορπ, όμως, πάσχει σημαντικά από έλλειψη εφοδίων και, κυρίως, βενζίνης, ενώ παράλληλα είναι αδύνατο να του σταλούν ενισχύσεις. Ο Ρόμελ ανακαλείται από τον Χίτλερ και επιστρέφει στη Γερμανία.

Ο Χίτλερ, όμως, δεν τον αφήνει να συνεχίσει τη θεραπεία του, όπως του είχε πει ανακαλώντας τον. Στις 23 Ιουνίου τοποθετείται επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών Β, που επιτηρεί τα παράλια της Δυτικής Ευρώπης, με αποστολή να τις καταστήσει απρόσβλητες απέναντι στην επερχόμενη συμμαχική απόβαση. Ο Στρατάρχης έχει επίγνωση του δυσχερέστατου έργου που έχει αναλάβει. Διατάσσει την κατασκευή οχυρωμένων θέσεων, την πόντιση ναρκών, την κατασκευή αντιαρματικών και αντιαποβατικών εμποδίων. Δυστυχώς, τα απόλυτα σωστά μέτρα που ήθελε να λάβει δεν έγινε δυνατό να υλοποιηθούν: Το τσιμέντο χρησιμοποιήθηκε για τις βάσεις του Πεενεμούντε (εκτόξευση των V2), οι εκρηκτικές ύλες είναι ανεπαρκείς για την κατασκευή του απαιτουμένου αριθμού ναρκών, για τα αντιαρματικά εμπόδια λείπουν τα κατάλληλα μέταλλα. Ο Ρόμελ γνωρίζει πόσο εύθραυστο είναι το μέτωπο που υπερασπίζεται, όσο και αν ο Φύρερ επιμένει να το αποκαλεί «τείχος του Ατλαντικού». Ταυτόχρονα εμπλέκεται σε μια διαφωνία με τον προϊστάμενό του, Στρατάρχη Γκερντ φον Ρούντστεντ, σχετικά με τη χρήση των πολύτιμων τεθωρακισμένων εφεδρειών.
Ο Ρόμελ, με βάση την εμπειρία του από την Αφρική και την εκεί αεροπορική κυριαρχία των Συμμάχων, τα θέλει κοντά στην ακτή, ενώ ο Ρούντστεντ, ακολουθώντας το κλασικό δόγμα, τα θέλει συγκεντρωμένα στην ενδοχώρα, ώστε να εξαπολύσουν συγκεντρωτική αντεπίθεση κατά του συμμαχικού προγεφυρώματος. Ο Χίτλερ συντάσσεται με τον Ρούντστεντ. Ο Ρόμελ όμως διαπράττει και ένα σημαντικότατο στρατηγικό σφάλμα: από κοινού με το γερμανικό επιτελείο, περιμένει την απόβαση στο Καλαί, το στενότερο σημείο της Μάγχης, και όχι στη Νορμανδία, όπου το πυροβολικό δεν επαρκεί και τα περισσότερα τάγματα που τον επανδρώνουν είτε στελεχώνονται από υπερήλικες ή ασθενείς εφέδρους είτε είναι τάγματα «Ανατολικών στρατευμάτων» (Osttruppen) αμφίβολης αξίας.Εν τέλει, η συμμαχική απόβαση λαμβάνει χώρα στις 6 Ιουνίου 1944 (D-Day), ενώ ο Ρόμελ είναι σε άδεια στη Γερμανία. Επιστρέφει αμέσως και διευθύνει με σχετική επιτυχία τις αμυντικές μάχες, αλλά η εξάλειψη του προγεφυρώματος είναι ανέφικτη. Στις 17 Ιουλίου, ένα καταδιωκτικό αεροπλάνο ανατίναξε το αυτοκίνητό του, προξενώντας στον Στρατάρχη σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Λίγες μέρες μετά, στις 20 Ιουλίου, γίνεται απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Εκτελεστής είναι ο συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ, στη συνωμοσία, όμως, που έχει εξυφανθεί, συμμετέχουν και αρκετοί αξιωματικοί κοντά στον Ρόμελ, όπως ο επιτελάρχης του Χανς Σπάιντελ (Hans Speidel).
Η εμπλοκή του Ρόμελ στην συνωμοσία είναι ακόμα αντικείμενο διχογνωμιών: παρότι ο ίδιος είχε γίνει επικριτικός για το ναζιστικό καθεστώς, και είχε έντονες διαμάχες με τον Χίτλερ σχετικά με την διεύθυνση του πολέμου, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι είχε μυηθεί στη συνωμοσία, αν και πιθανότατα, όπως και πολλοί άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί, γνώριζε την ύπαρξή της. Ως ο πιο γνωστός και σεβαστός ακόμα και στους Συμμάχους Γερμανός στρατηγός όμως, προοριζόταν από τους συνωμότες για την θέση του προέδρου του Ράιχ. Η απόπειρα αποτυγχάνει και η Γκεστάπο αναλαμβάνει την εξιχνίασή της. Παρά την έλλειψη στοιχείων κατά του Ρόμελ, αρκετά ανώτατα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, όπως ο Μάρτιν Μπόρμαν, τον υποπτεύονται, και το στρατοδικείο που θα εξετάσει την υπόθεσή του είναι στελεχωμένο με αντιπάλους του, και τον παραπέμπει στο διαβόητο "λαϊκό δικαστήριο". Ο Ρόμελ όμως, ήρωας στα μάτια του γερμανικού λαού, δεν είναι δυνατό να περάσει από δημόσια δίκη για προδοσία. Ο Χίτλερ του προσφέρει εναλλακτική λύση, στέλνοντας δύο στρατηγούς με μια επιστολή του και μια κάψουλα στο Χέρλιγκεν, όπου ο Στρατάρχης ανάρρωνε από το σοβαρό τραυματισμό του στη Γαλλία: Να θέσει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του, με αντάλλαγμα να μη κινδυνεύσουν με αντίποινα η σύζυγός του και ο γιος τους. Ο Ρόμελ δέχεται και στις 16 Οκτωβρίου 1944, σε ηλικία 52 ετών, καταπίνει μια κάψουλα υδροκυανίου.Ενταφιάζεται με τιμές ήρωα πολέμου στο Χέρλινγκεν (Herrlingen).Ο γιος του, Μάνφρεντ, ασχολήθηκε με την πολιτική και διετέλεσε δήμαρχος στη Στουτγάρδη από το 1974 ως το 1996, όντας παράλληλα ένας από τους πλέον δημοφιλείς πολιτικούς του κόμματός του.
Ο τάφος του Ρόμελ στο Herrlingen